Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Ρωμανός Γιώργος Πολιτική / Δοκίμια / Από τον Διχασμό στη ''χωριστικότητα''

 _______________________________
  
Γιώργος Ρωμανός

Από τον Διχασμό στη «χωριστικότητα»
Ένα σύστημα καταστροφής της χώρας


ποιος πιστεύει ότι σήμερα στην Ελλάδα βιώνουμε μια καταστροφή με συνέπειες μεγαλύτερες από εκείνες του 1922, θα πρέπει να αναζητήσει τα δομικά αίτια της δημιουργίας αυτής της καταστροφής. Αν αυτά έρθουν στο φως μπορεί να υπάρξει αυτεπίγνωση και ελπίδα για διόρθωση μελλοντικής πορείας, χωρίς φυσικά να αποφευχθεί η καταβολή του παροντικού κόστους. Πρέπει να ξέρεις πού βρίσκεσαι, σε τι… πατάς, αν θέλεις να μάθεις πού μπορείς να πορευτείς.
Ο πολιτειακός Διχασμός στην Ελλάδα, του 20ου αι., ήταν μία από τις κορυφώσεις μιας ευρύτερα χωριστικής παθογένειας, που αποδείχτηκε διαχρονική στον τόπο μας. Από τις βασικές αιτίες της, ο παρεμβατισμός των ξένων. Παράλληλα, σε κοινωνικό επίπεδο, πάντοτε ενδημούσαν ο ατομικισμός, η συντεχνιακή δολιότητα και τα κόμματα φατρίες, που διαρκώς αναζητούσαν την ισχυροποίησή τους μέσω κάποιου ξένου κράτους – παράγοντα. Έτσι, η εμπλοκή των ξένων συχνά εξελισσόταν σε λοιμική κατά της χώρας.
Με τη λήξη του β΄ παγκοσμίου πολέμου, η κατάσταση αυτή, αφού αναπροσαρμόστηκε στις γεωπολιτικές συνθήκες, συνεχίστηκε μέχρι το τέλος της δικτατορίας, στα 1974. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι στο εσωτερικό της χώρας, η επικρατούσα αντίληψη ήταν πως, για όλα τα κακά σ’ αυτό τον τόπο, φταίγαν οι ξένοι, η εισαγόμενη διχόνοια και κάποιοι λίγοι ντόπιοι, δωσίλογοι. Έτσι, το συνολικό πρόβλημα εκλαμβανόταν περίπου, ως ένα μοιραίο και μη αναστρέψιμο δομικό στοιχείο του νεώτερου –τουλάχιστον– ελληνικού κράτους, το οποίο προφανώς εκμηδενιζόταν από άλλα προτερήματα του λαού.
Με την έναρξη της περιόδου της Μεταπολίτευσης, οι διακηρύξεις για «Εθνική ανεξαρτησία» και «Μια Ελλάδα, που θα ανήκει στους Έλληνες», ανέβασαν τον πήχη της προσδοκίας.
Όμως, 35 χρόνια μετά το 1974, και παρ’ ότι ο κοινοβουλευτισμός ήταν απόλυτα κυρίαρχος, η χώρα χρεοκόπησε, κατέρρευσε. Και πλέον, μέσα από πρωτοφανείς αντισυνταγματικές διαδικασίες, οδηγείται σε ανεξέλεγκτο παρεμβατισμό του ξένου παράγοντα και μείωση της εθνικής της κυριαρχίας, για δεκαετίες.
Από αυτό το αποτέλεσμα αποδεικνύεται ότι, στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, δεν έγινε τίποτε ουσιαστικό για την επίλυση του παρεμβατισμού των ξένων και του ντόπιου φατριασμού, ο οποίος προμήθευε ιθαγενείς συνεργάτες στη λοιμική που προαναφέρθηκε.
Αλλά, ακόμη και με τις πρακτικές που επικρατούσαν, μέχρι το 1974, το πράγμα δεν εξηγείται. Γιατί, ποτέ άλλοτε η χώρα δεν έστερξε να υπογράψει προκαταβολικά την εθελοδουλία της για 30, 50 ή και 80 χρόνια, όπως σχεδιάζεται. Συνάγεται όμως, ότι για να φτάσουν τα πράγματα σε αυτό το σημείο, εξέλειπαν οι αντιστάσεις στο εσωτερικό της χώρας. Εύλογο ερώτημα είναι πού βρίσκεται το μέγα πλήθος, που άλλοτε με τους αγώνες του ακύρωνε κάθε τυραννία και θυσιαζόταν για το καλό της πατρίδας.
Έτσι, παρουσιάζει ενδιαφέρον η καινοφανής μεθόδευση κατάργησης των λαϊκών αντιστάσεων, που εφάρμοσε ο δικομματισμός, σε όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης. Κι αυτή δεν ήταν άλλη από την εισαγωγή, μετάφραση, στα καθ’ ημάς, και εφαρμογή των διχαστικών μεθόδων των ξένων. Αλλά, αυτή τη φορά, ως συστατικό πολιτικής των κυβερνήσεων του τόπου, εναντίον των πολιτών του, και για την απόλυτη ποδηγέτησή τους. Δηλαδή, ο δικομματισμός, αντί να καταπολεμήσει τις τακτικές των ξένων, σχετικά με τον διχασμό και τη διχόνοια, τις αντέγραψε και τις μετέτρεψε σε εργαλείο εσωτερικής πολιτικής χειραγώγησης.
Και επειδή, αυτό που έγινε έχει σχέση με την έννοια «χωριστικός», ας επιτραπεί καταχρηστικά ο νεολογισμός, «χωριστικότητα», για να αποκτήσει σαφές όνομα αυτή η πολιτική μέθοδος του δικομματισμού.
Έτσι λοιπόν, επί 35 χρόνια, ενθαρρύνθηκαν κατ’ αρχήν οι χωριστικές τάσεις σε κάθε κόμμα, οργανισμό, ή κοινωνική ομάδα. Και δημιουργήθηκαν πολλά μικρά φέουδα, όπου εγκιβωτίστηκαν οι πάμπολλων αποχρώσεων «δικοί μας». Για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες αυτής της πρακτικής, στήθηκε και μια βιομηχανία αναγνώρισης – ενσωμάτωσης «ετικετών» και «τάσεων». Αρκούσε, οι χωριστικές «ετικέτες» (δήθεν πλουραλιστική δημοκρατία) να είναι πολυποίκιλες και για όλα τα γούστα. Γι’ αυτό, ο μεταπολιτευτικός κρατισμός – κυβερνητισμός ενθάρρυνε κάθε είδους μειονότητα, πολιτική, φυλετική, φύλου, έθους, ήθους, ακόμη και τις πιο ολιγάριθμες και με ασήμαντο έργο – υπόσταση. Και όλες τις εκμεταλλεύτηκε δόλια ο δικομματισμός, με τη διαβόητη «πολυσυλλεκτικότητά» του. Πρώτο μέλημα, λοιπόν, του κράτους – κυβέρνησης, ήταν να είναι χωριστικό.
Ταυτόχρονα, είχε στηθεί ένα υπερσύστημα, που μετά από κάθε εναλλαγή στη δικομματική εξουσία, τόσο το στελεχιακό όσο και πελατειακό υλικό, όχι μόνο δεν μειωνόταν – απολυόταν, αλλά διατηρούνταν στις θέσεις του και, βάσει αμοιβαίων συμφωνιών του δικομματισμού, αυξανόταν σταθερά. Τα επίσημα στοιχεία αναφέρουν ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι, το 1980, ήταν 509.796, ενώ, το 1991, έφτασαν τις 722.000, και συνέχισαν να αυξάνονται. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι ο αντίστοιχος αριθμός, στα 1961, ήταν 270.889, άτομα.
Παράλληλα, η επιβάρυνση του κράτους δεν γινόταν μόνο με τους ξεκάθαρα νοούμενους ως δημόσιους υπάλληλους και κρατικούς λειτουργούς. Γιατί, στη Μεταπολίτευση ήταν που επινοήθηκαν, με κατακλυσμιαίο ρυθμό, νέες θέσεις, κυριολεκτικά «παρά το κράτος»… Δηλαδή, σε πλήθος νεόκοπους οργανισμούς, με καθαρά ιδιωτικές δραστηριότητες, που άμεσα ή έμμεσα επιχορηγούνταν από το δημόσιο, έστω και εάν δεν παρήγαγαν κανένα έργο. Στο παιχνίδι, και η στελεχιακή υπερδιόγκωση των ΔΕΚΟ.
Η «χωριστικότητα» εφαρμόστηκε πρώτα μέσω του πλήθους των κομματικών συνδικαλιστικών ομάδων – φορέων, που άρδευε άμεσα με κρατικοδίαιτα στελέχη τον κρατισμό – κυβερνητισμό. Ανάλογος χειρισμός έγινε με την πολυδιάσπαση του λαϊκού κινήματος, σε όλους τους χώρους δουλειάς. Και, μέσα από πάμπολλους επιδοτούμενους «πολιτιστικούς» συλλόγους – εταιρείες, φορείς, εξίσου επιδοτούμενα θεατρικά ή άλλα καλλιτεχνικά εργαστήρια, εκδοτικούς μηχανισμούς, εφημερίδες, έντυπα, και μη (…!!!) κυβερνητικές οργανώσεις. Σ’ αυτό το υπερσύστημα, κρατισμού – κυβερνητισμού, οι εντυπωσιακά υπεράριθμοι «υπάλληλοι» επιδοτούνταν – αμείβονταν βάσει κομματικών επετηρίδων, και ανταπέδιδαν κομματική στήριξη ως μισθοφόροι. Ήταν η πρώτη φορά, που ο λαός δεν ήρθε μόνο στην εξουσία, αλλά διορίστηκε σ’ αυτήν. Με τον παρασιτισμό να λογίζεται ως δικαίωμα ζωής, φυσικά, απόλυτα ελεγχόμενος από τον δικομματισμό. Λεφτά, με τα οποία καλύπτονταν οι μισθοί των βολεμένων, υπήρχαν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν!..., όσο υφίστανται αυτο–ευνουχισμένοι φορολογούμενοι – ψηφοφόροι.
Ως προς τα πρόσωπα – καθοδηγητές, που ενεργούσαν και ενεργούν τον χωριστικό τακτικισμό, από τη Μεταπολίτευση και μετά, είναι είτε οι ίδιοι και οι ίδιοι άνθρωποι είτε νέοι εγκάθετοι, ανάλογης κοπής με αυτούς.
Παράλληλα, όλα αυτά τα χρόνια, οποιαδήποτε άλλη άποψη, που προαπαιτούσε αφενός λειτουργική αναγκαιότητα κάθε νέας υπηρεσίας ή θέσης, αλλά και να ισχύουν κριτήρια προσόντων, μέσα από αδιάβλητη αξιολογική κρίση, εξοντώθηκε συστηματικά. Ακόμη και μετά τη σύσταση του ΑΣΕΠ, όχι μόνο βρέθηκαν τρόποι παράκαμψης και αγνόησής του, αλλά τα κονδύλια λειτουργίας του, μέσα από προκλητούς θνησιγενείς διαγωνισμούς, εξέθρεψαν εγκάθετους. Συμπερασματικά, ήταν κάτι παραπάνω από σαφές, ότι κάθε αξιολογική κρίση επιλογής θα οδηγούσε αναγκαία σε μια Νέα Συλλογικότητα, σε Κράτος Πολιτών, και συνεπώς σε έναν τρίτο πόλο, μη ελεγχόμενο κομματικά.
Έτσι, από τον πάλαι ποτέ εισαγόμενο Διχασμό και την εγγενή εσωτερική διχόνοια, ο μεταπολιτευτικός κυβερνητισμός πέρασε στη συστημική «χωριστικότητα».
Όμως, η τραγική πραγμάτωση της Κρίσης δεν έγινε μόνο από τα μεγάλα ή μεσαία πολιτικά, κομματικά στελέχη του δικομματισμού, αλλά κυρίως με το δομικό μοχλό της χρεοκοπίας, που ήταν το μέγα πλήθος από εγκάθετα, μικρότερα στελέχη. Αυτά που εντάχθηκαν στο κράτος, με τον μηχανισμό της προαναφερόμενης «χωριστικότητας», και τα οποία αναδείχθηκαν, ως γενίτσαροι του μεγα-καπιταλισμού και των ξένων, απολύτως ικανά στο παιχνίδι του χρηματισμού, της ιδιοτέλειας και του φαβοριτισμού. Και η χώρα αλώθηκε από μέσα, πολιτιστικά και πολιτικά. Διαλύθηκε εργασιακά, διοικητικά, οικονομικά και εν τέλει, δημοσιονομικά. Πλέον, το τι θα κάνουν οι ξένοι, σε μία έρημη χώρα από πλευράς αντιστάσεων, είναι απόλυτα δικό τους θέμα, θέμα επικυρίαρχων.
Πρέπει να είναι κανείς τουλάχιστον αφελής, αν νομίζει ότι, λόγω Κρίσης ή κυβερνητικής «αντικατάστασης», θα αλλάξουν εύκολα –αν αλλάξουν– τα πράγματα. Οι συνιστώσες του μείγματος παρακμής, «χωριστικότητας» και εθελοδουλίας στους ξένους, έχουν πυροδοτηθεί εδώ και δεκαετίες. Και, τώρα η χώρα καίγεται πλέον απ’ άκρη σ’ άκρη.
Οι παράγοντες της Κρίσης: το υπερσύστημα κρατισμός – κυβερνητισμός, και ειδικά τα χιλιάδες μικρότερα στελέχη αυτού του μεταπολιτευτικού κράτους, που μέχρι στιγμής παραμένουν στη θέση τους, δεν μπορούν να αποτελέσουν συντελεστές επίλυσης του προβλήματος, που οι ίδιοι προκάλεσαν.
Έτσι, οδεύουμε όλοι αντάμα. Μόνο που, η ποινή επέρχεται επί δικαίων και αδίκων.
Μοναδική ελπίδα ο λαός, να πάψει να πορεύεται, ως τυφλός γαιοσκώληκας στο λαγούμι του, χωρίς να βλέπει, να ακούει, να καταλαβαίνει, και μόνο όταν νιώθει από πάνω του τη φωτιά (μνημόνιο, τρόικα), κάπως να αλλάζει (;) κατεύθυνση. Γιατί έτσι, αφενός μεν καίγονται τα πάντα και αφετέρου η καταστροφή δεν είναι τρόπος, ώστε να μάθει κανείς ότι: ένα καλύτερο μέλλον χτίζεται μόνο με ολοκληρωτικό ξήλωμα του παρα-κράτους της «χωριστικότητας» και του κρατισμού – κυβερνητισμού. Και, με αξιοκρατική επίτευξη Νέας Συλλογικότητας, για δημιουργία Κράτους Πολιτών.
Πριν από όλα όμως, απαιτείται επανάσταση συνειδήσεων, όπου και όσο αυτές υπάρχουν ακόμη.