Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

Ρωμανός Γιώργος / Διηγήματα / Μια μέρα στη Μύκονο



Γιώργος Ρωμανός


Μια μέρα στη Μύκονο
Διήγημα

χουν περάσει χρόνια. Θυμάμαι όμως με ακρίβεια τα πάντα από μία συγκεκριμένη ξενάγηση στη Μύκονο. Ήμουν έμπειρος ξεναγός. Τα μάτια μου είχαν δει πολλά ώσπου απέκτησαν δικές τους μνήμες. Μνήμες, αλλεπάλληλα στρώματα επάνω στον κερατοειδή. Έτσι σιγά σιγά αλλοιώθηκε… η όρασή μου καίτοι παραμένει οξεία. Λόγω της τροπής των γεγονότων, αναγκάστηκα να φυλάξω εισιτήρια, έγγραφα κρατήσεων σε ξενοδοχεία, και πάμπολλες φωτοτυπίες. «Πειστήρια» τα χαρακτήρισε τότε η τοπική αστυνομία. Πράγματα δηλαδή που θα βοηθούσαν κάθε είδους μνήμη· ακόμα και υποκριτική. Σαν την δική μου.
Για μένα ξενάγηση σήμαινε μια σειρά από ρόλους ενώπιον του κοινού. Κι αυτό δυστυχώς σπάνια είχα την ευκαιρία να το κάνω. Συνήθως έλεγα, μιλούσα ακατάσχετα γιατί αυτό μου επέβαλαν οι συνθήκες. Όμως ήξερα την αξία του να υποδύομαι· να δείχνω μέσα από έναν ρόλο. Κι ο ρόλος μου, στη Μύκονο, με έχει σημαδέψει. Έκτοτε οι τύψεις και ένας διαρκής υπόγειος φόβος με έκαναν να μην ελπίζω πια σε μια καλύτερη τύχη, ζωή. Γιατί τι είναι η ελπίδα όταν παλιώνει; Όπως έλεγε ο Φράνσις Μπέικον: «η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή είναι ένα καλό πρόγευμα αλλά ένα πολύ κακό δείπνο».
Κάθε μέρα ξυπνούσα, από συνήθεια καθήκοντος, στις 06.00 ακριβώς. Σ’ όλη μου την ζωή κάτι περίμενα. Κάτι. Το ίδιο έκανα κι εκείνες τις, βαθιά χαραγμένες στην μνήμη μου, μέρες. Βρισκόμουν σ’ ένα στούντιο στο υπερπολυτελές συγκρότημα Αμαδριάδες, στα νοτιοδυτικά του νησιού. Απέναντι από τη Δήλο. Ως επιλεγμένος ξεναγός προσωπικοτήτων είχα ανάλογες ανέσεις. Εκείνη τη φορά μου είχαν αναθέσει το θρυλούμενο ως προεδρικό ζεύγος της διαβόητης λέσχης Μπιρντερλέϊκ. Μιας λέσχης που ως γνωστόν, μεταξύ άλλων, ρύθμιζε τις τιμές του πετρελαίου σε παγκόσμιο επίπεδο, και χρησιμοποιούσε κάθε πολιτικό και πολεμικό μέσο για τους σκοπούς της.
Θα πληρωνόμουν τα διπλά, συν την αμοιβή «ειδικών συνθηκών». Το ζεύγος ήταν από πολλούς επιλεγμένος στόχος. Οι εφημερίδες έγραφαν για διαρκή πόλεμο εταιριών, κρατών, και διεθνούς μαφίας. Εκ των υστέρων συνειδητοποίησα πως για λίγο είχα βρεθεί στην αχανή έρημο μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Γύρω μου ακρίδες και σκορπιοί αλληλοκατασπαράζονταν.
Το πρόγραμμα καθημερινά ξεκινούσε μετά τις 12.00, αφού η κυρία ξυπνούσε αργά. Στην πραγματικότητα δεν είχα να νοιαστώ για πολλά πράγματα. Όλα ελέγχονταν και εκτελούνταν από αλλεπάλληλες υπηρεσίες ασφαλείας, προμηθειών, επιμελητείας. Ελεγχόμενα και τα μέσα κίνησης, επίγεια, ιπτάμενα, υποβρύχια, αφού στο πρόγραμμα περιλαμβάνονταν και υποθαλάσσιες δραστηριότητες. Ένα πολύβουο σμάρι από ανθρώπους πετάριζαν σαν σκνίπες, γύρω από τους δύο επίσημους. Μου φαινόταν αστείο ότι το ζευγάρι βαυκαλιζόταν με την έννοια του ιδιωτικού χαρακτήρα της επίσκεψής τους στο νησί. Ντυνόντουσαν με επιμελώς ατημέλητα ρούχα, φορούσαν καπέλα, μεγάλα γυαλιά. Δεν καταλάβαινα πώς με τόση φρουρά γύρω τους ήθελαν να περάσουν και απαρατήρητοι.
Εγώ όμως ζούσα το δικό μου όνειρο. Επιτέλους είχα επιλέγει για τις ιδιαίτερες ικανότητές μου. Για το ότι μπορούσα να δραματοποιήσω μια ξενάγηση σαν αληθινός ηθοποιός. Για τη μοναδική ικανότητά μου στην αναπαράσταση, στην εμψύχωση, στην αισθητοποίηση των πραγμάτων όπως έλεγε ο Καβάφης. Ήμουνα ικανός να επινοήσω γεγονότα σε σχέση με τόπους ακόμα και αρχαιολογικούς. Έπειθα γιατί φρόντιζα να είμαι πολύ κοντά στην αλήθεια· όχι βέβαια ακριβώς επάνω· απλώς πολύ κοντά.
Ο πρόεδρος Μπιρντερλέϊκ, ας τον ονομάσω έτσι, ήταν ένας στυφός 75άρης, ασπριδερός, με άφυλη τσιτωμένη μούρη, κι εκείνη το πολύ 30 χρονών· η ενσάρκωση της Μόνικα Μπελούτσι, πολλά χρόνια πριν. Έδειχνε αφάνταστα συγκρατημένη, με λεπτά αισθήματα. Τον κοίταζε στα μάτια. Περίμενε ένα νεύμα του για να μιλήσει. Απόλυτα αθώα. Υποταγμένη.
Όποτε τύχαινε να βρίσκομαι στην καμπάνα τους, με κόπο συγκρατούσα το βλέμμα μου, ώστε να μην δείχνω ότι περιεργάζομαι το απίστευτα όμορφο πρόσωπό της. Ενώ, ήταν αληθινή δοκιμασία κάθε φορά που βαριεστημένη γύριζε την πλάτη της και βημάτιζε λικνιστικά. Το να την βλέπει κανείς από πίσω ήθελε μεγάλη ψυχραιμία.

*

Τότε, κάθε φιλόδοξος παραθεριστής της Μυκόνου, απέπλεε από τον Πειραιά με Καταμαράν. Παράλληλο οι πλούσιοι κατέφθαναν με δικά τους ελικόπτερα σε ιδιωτικά ελικοδρόμια, και σκάφη σε απρόσιτες μαρίνες. Εγώ είχα πάρει το Δελφίνι της γραμμής. Έφτασα στο νησί μια μέρα πριν από τους επιφανείς ξένους. Μποφόρ στη διαδρομή, το σκάφος χανόταν στα υπόγεια της θάλασσας και ξανάβγαινε στον αφρό. Γύρω μου στρίγκλιζαν κυρίες με Louis Vuitton, και κρέμα ημέρας που μύριζε καρύδα.
Όταν ξεπρόβαλλε το λιμάνι των μελτεμιών τα άσπρα και μπλε χρώματα στα σπίτια αντανακλούσαν εκτυφλωτικά τον ήλιο. Μπαλκόνια και σκάλες στολισμένα με πολύχρωμα γεράνια και κόκκινες βοκαμβίλιες. Δεκάδες περιστασιακοί ταξιδιωτικοί πράκτορες με πρόχειρες πινακίδες, «Rooms to let», τρίκυκλα, σανδάλια σε καλλίγραμμα πόδια, σινιέ αντιανεμικά, κορμιά περισσότερο έξω παρά μέσα στα ρούχα τους. Τα μικρά στενά που καταλήγουν στην παραλία κατέβαζαν φιδίσιους ανέμους και σε λίγη ώρα σκόρπισαν το ετερόκλητο πλήθος από το Ματογιάννι ως την Ψαρρού και από τον Αγ. Σώστη ως την Ελιά και τον Πάνορμο.
Ο ρυθμός της ζωής του νησιού ταίριαζε περισσότερο σε Νεοϋορκέζους και ίσως γι’ αυτό το είχε προτιμήσει το ζεύγος Μπιρντερλέϊκ. Το πρόγραμμά τους φορτώθηκε με ξενύχτια, λουκούλλεια γεύματα, σφηνάκια, εξουθενωτικές ηλιοθεραπείες, ατελείωτα ιδιωτικά ραντεβού με κάποιους που συμπέραινα τη δύναμή τους από τον αριθμό των φρουρών τους.
Το πρόγραμμα που είχα καταστρώσει ήταν ευέλικτο και με πολλές εναλλακτικές. Έκτός από τα μπάνια σε επιλεγμένες παραλίες, και εκδρομές με το σκάφος τους στη Δήλο και στα γύρω νησάκια, τους πήγαινα οπουδήποτε υπέθετα πως θα τους τραβούσε το ενδιαφέρον. Πρωινό στο Tiffanys, σύντομο πέρασμα από το «Super», τους μύλους και το «Caprice» της Μικρής Βενετίας, την Αλευκάντρα δηλαδή, απεριτίφ στη «Βεγκέρα», αχινοσαλάτα στου «Φιλιππή», βραδιές στο «1900» και στον «Κάβο Μούσες», κι άλλα πολλά.
Σε κάθε έξοδό μας έπρεπε να απλωθεί γύρω τους ένα αόρατο δίχτυ πρακτόρων και ασφαλιτών. Όλοι αυτοί οι τύποι με γνώριζαν καλά και έτσι ένιωθα σαν το μικρό ψάρι που μπαινοβγαίνει στο δίχτυ μέσα από τα «μάτια». Παρ’ όλα αυτά όμως είχα την αίσθηση, πως κάποιος μας παρακολουθούσε. Το ’νιωθα σαν κηλίδα στην άκρη του βλέμματος, σαν σκιά που ερχόταν και χανόταν πριν προλάβει να την κρατήσει το μάτι μου. Λες και παιζόταν κάτι επάνω από το δίχτυ προστασίας.
Συχνά νόμιζα πως έβλεπα τη σύζυγο να μένει πίσω. Μου φαινόταν σαν να μιλούσε με έναν από τους ειδικούς πράκτορες. Υπέθεσα πως το έκανε για να ρυθμίσει κάποια άγνωστα σε μένα θέματα ή ότι ήταν η ιδέα μου. Εύκολο πράγμα οι φαντασιώσεις σε κάποιον που έκρυβε μέσα του έναν καταπιεσμένο ηθοποιό.

*

Την τελευταία μέρα της παραμονής των Μπιρντερλέϊκ στη Μύκονο ξέσπασε ένα μπουρίνι από τα λίγα. Είχαμε κατέβει νωρίς στο μεγάλο γιοτ που χρησιμοποιούσαν για κοντινές κρουαζιέρες. Μάταια περιμέναμε να πέσει ο καιρός. Ο σύζυγος κοιτούσε συνεπαρμένος από την γέφυρα τη θαλασσοταραχή που μάνιαζε έξω από το λιμάνι του συγκροτήματος Αμαδριάδες.
Ο απογευματινός ήλιος χαμένος στα σύννεφα σχημάτιζε στη θάλασσα έναν ασημένιο καθρέφτη που έμοιαζε να απορροφά το σκάφος και σιγά σιγά όλο το νησί.
Το ένα είδωλο ρουφούσε το άλλο.
Εκείνη, άφαντη από ώρες, έπρεπε να βρισκόταν στην καμπίνα τους. Θα κοιμόταν. Κάποια στιγμή ο σύζυγός της μου ζήτησε να πεταχτώ στην καμπάνα τους και να του φέρω εφημερίδες και αλληλογραφία. Σπάνια μου ζητούσε να κάνω κάποια τέτοια δουλειά αλλά τη δέχτηκα με ανακούφιση. Θα απομακρυνόμουν για λίγο από ένα πλεούμενο που, δεμένο στον ντόκο, κουνιόταν μονότονα.
Η έκρηξη ήταν εκκωφαντική. Πετάχτηκα έξω από την καμπάνα, και πρόλαβα να δω μια στήλη μαύρου καπνού να υψώνεται στον ουρανό, κομμάτια του γιοτ σε περιδίνηση προς τα πάνω μέσα σε σίφουνα νερού και φωτιάς.
Πίσω μου άκουσα την φωνή εκείνης. Δεν έδειχνε καμία έκπληξη για το γεγονός, παρά μόνο με ρώτησε τι δουλειά είχα έξω από το σκάφος αυτή τη στιγμή. Πάγωσα με το νόημα που έκρυβε η ερώτησή της. Το μυαλό μου πήγαινε κι ερχόταν. Την έβλεπα εκεί μπροστά μου ενώ ήμουν σίγουρος πως κοιμόταν στο σκάφος.
Πήγα να τρέξω προς την προβλήτα αλλά με σταμάτησε. Η φωνή της έκρυβε απειλή. Είχε μεταμορφωθεί.
Έβλεπα στο μόλο τους φρουρούς. Έτρεχαν πανικόβλητοι σε κάθε μεριά. Δεν ήξερα τι να κάνω. Μετέωρος.
Την είδα να κάθεται αναπαυτικά σε μια πολυθρόνα. Απέναντί της με κάδρο το πλαίσιο της μεγάλης μπαλκονόπορτας η πυρκαγιά αποτέλειωνε το σκάφος. Σιγά σιγά έπαιρνε κλίση. Βούλιαζε. Μου ζήτησε ένα ποτό. Καταλάβαινα πως επινοούσε κάποιο σχέδιο της στιγμής.
Μέχρι να την σερβίρω μου είπε πως δεν θα με χρειαζότανε πλέον. Εκτός βέβαια από κάτι τελευταίο. Το ότι θα έπρεπε να επινοήσω μια πειστική περιγραφή των αντιδράσεων, του θρήνου της, όπως τόνισε, αυτές τις λίγες στιγμές που την είχα δει εκεί αμέσως μετά την έκρηξη. Ήταν σίγουρη, όπως κι εγώ, ότι θα με ανέκρινε η αστυνομία.
«Είναι χρήσιμη η μαρτυρία σου», μου είπε, «και δεν έχεις να χάσεις. Αλλιώς…»
Εκείνο το αλλιώς προτίμησα να το ξεχάσω. Το μόνο που όφειλα να πω ήταν ότι την είχα δει συντετριμμένη. Εκεί… Μακριά από το σκάφος. Έπρεπε να διαγράψω από την μνήμη μου μόνο μερικά δευτερόλεπτα από την συμπεριφορά της.
Βοηθούσε σ’ αυτό η εικόνα της. Ανεξίτηλα χαραγμένη στα μάτια μου.
Μία σκηνή όλη κι όλη μου ζήτησε να παίξω.