Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Ρωμανός Γιώργος / Διηγήματα / Όλου του κόσμου το χρυσάφι


Γιώργος Ρωμανός: Μ. Αλέξανδρος, σπουδή για ένα επιθαλάμιο πορτραίτο,
130εκ.Χ 90εκ.
Ζωγραφική με ακρυλικά και κολλάζ. Μικτή τεχνική:σε μουσαμά. Ξυλοκατασκευή, 
και μικρό γλυπτό από γύψο και ακρυλικά, 1987.
Το έργο ανήκει στη σειρά: Παλίμψηστα,  Έρωτες - Νίκες - Άγγελοι.
____________________________________________________


Όλου του κόσμου το χρυσάφι
Διήγημα
α τείχη της Βαβυλώνας ήταν αφύλαχτα· παραδομένα. Οι κρεμαστές γέφυρες κατεβασμένες. Οι εκατό πύλες ορθάνοιχτες. Τις είχε ξεκλειδώσει η φήμη του Αλέξανδρου, η συνεχής φυγή του Δαρείου. Ο Αλέξανδρος, όμως οδηγούσε τους άνδρες του σε τάξη μάχης. Ο ίδιος όπως πάντα στην εμπροσθοφυλακή. Πατούσαν τη Βασιλική οδό προς νότο. Βαβυλώνα, Σούσα, Περσέπολη.
Ο σατράπης της Βαβυλώνας, ο Μαζαίος, είχε τρέξει να τον προϋπαντήσει. Του προσέφερε τα κλειδιά της πόλης, τα χρυσά στεφάνια του νικητή και ομήρους τον εαυτό του και τα παιδιά του. Αργά πέρασαν τις πύλες. Το πάχος των τειχών ήταν όσο ογδόντα άνδρες ο ένας δίπλα στον άλλον. Το ύψος τους, ίσο με το ύψος ενενήντα ανδρών. Μες από τα τείχη, απίστευτες εκτάσεις με καλλιέργειες σιτηρών, λαχανικών. Πόλη που άντεχε σε κάθε πολιορκία, άπαρτη.
Στην υποδοχή μαζί με όλο το λαό, ακόμα και οι ιερείς του θεού Βήλου –Βαάλ. Ο θησαυροφύλακας είχε βάλει να στρώσουν το δρόμο με πυκνό στρώμα λουλουδιών. Δεξιά κι αριστερά καίγανε αρώματα σε τρίποδες. Ευγενικά του ζήτησαν ν’ αφήσει τον Βουκεφάλα. Ν’ ανέβει στο επίσημο άρμα, που ήταν ντυμένο με πλάκες χρυσού ως κάτω στους τροχούς. Τα άλογα λύγιζαν απ’ το βάρος των χρυσοκεντημένων χάμουρων. Λίγο πριν προχωρήσει προς το ιερό –το άβατο που κανένας θνητός δεν είχε ζήσει ώστε να περιγράψει το εσωτερικό του– του ζήτησαν να δεχθεί τα συμβολικά δώρα της δύναμης του «Κυρίαρχου του κόσμου.» Σπάνια ζευγάρια άλογα πέρασαν μπροστά του. Άμαξες που κουβαλούσαν λιοντάρια και λεοπαρδάλεις σε κλουβιά. Ελέφαντες. Μάγοι ζωσμένοι με φίδια τεράστια, ερπετά φολιδωτά που ακινητούσαν υπνωτισμένα. Κάθε παράξενο ζώο από τα πέρατα της γης. Δίπλα του έψαλλαν συνεχώς στρατιές υμνωδών. Το ιππικό των νικημένων παρήλασε ζητωκραυγάζοντας γι’ αυτόν.
Στο τέλος όλα σταμάτησαν. Απόλυτη ησυχία στην αχανή πλατεία. Ο Αρχιερέας είχε σηκώσει τα χέρια. Μπροστά του υψωνόταν ο πύργος της Βαβέλ. Οι πύλες του ιερού του Βήλου άνοιξαν. Με το που μπήκε ο Αλέξανδρος δεν μπορούσε να διακρίνει απέναντι άλλους τοίχους, ο χώρος ήταν αχανής. Βρισκόταν στην κοιλιά του χάους. Σήκωσε ψηλά το κεφάλι και είδε αμέτρητες κυκλικές κλίμακες να ανεβαίνουν, να χάνονται σε ροδαλή ομίχλη. Παντού γύρω παράθυρα, σχήματα φωτός κρεμασμένα στο έρεβος. Μια συμφωνία αχτίδων. Στο θόλο ανείδωτη η οροφή, γεμάτη σύννεφα που κυλούσαν μέσα στο κτίσμα, σπρωγμένα από μυστήρια δύναμη. Βρισκόταν στο βάθος του κόσμου και ταυτόχρονα απ’ έξω. Ένιωθε όπως στο εσωτερικό ενός γιγάντιου κοχυλιού. Όσο ανέβαινε, τόσο το φοβερό Πνεύμα τραβιόταν προς τα πάνω. Πίσω του σε δύο ατελείωτες σειρές, οι ιερείς. Μυριόστομο μάντρα1 δονούσε τον αέρα. Συντόνιζε ο ήχος θεμέλια, τοίχους, κλίμακες. Παλλόταν ο ναός.
Έτσι ανεβαίνοντας κοινώνησε όλων των γνωστών και αγνώστων μυστηρίων του κόσμου, σε μια μέρα μόνο. Άγγιξε και διάβασε τη Ζεντ–Αβέστα2. Είδε σε πάπυρο την πρώτη, ανατολική πορεία του Ντέβα–Ναχούσα3, εφτά χιλιάδες χρόνια πριν. Μυήθηκε στον Κόρδακα, τον ιερό πολεμικό χορό του Διονύσου, που μ’ αυτόν κατακτήθηκε απ’ τον θεό για πρώτη φορά η Ινδική. Εκεί ήταν και η περγαμηνή με τον λόγο του Ερμή, τον νόμο του μεγάλου Μανού. Το μυστικό της φωτιάς του Προμηθέα .Η γέννηση του μεγάλου Άεσκ-χέυλ-χόπα, που στην πατρίδα ακουγόταν Ασκληπιός. Κόντευαν να φτάσουν στην κορυφή του ναού, αλλά όσο πλησίαζαν, τόσο εκείνη απομακρυνόταν. Σ’ ένα πλάτωμα στάθηκαν. Στο βωμό η ιερή φωτιά του Ντέβα–Ναχούσα έκαιγε. Τριγύρω όλα τα θεϊκά σύμβολα της δύναμης. Ξεχώριζαν τα κέρατα του ιερού Κριού. Μέσα σε ειδική κρυστάλλινη χοάνη, έλιωνε χρυσάφι που χανόταν, εξατμιζόταν στον πάτο της.
«Έτσι να σκορπίζεις», του είπαν «ό,τι θεωρούν πολυτιμότερο οι άνθρωποι, αν μ’ αυτό μπορείς να τους κάνεις ευτυχισμένους.»
Την ώρα που μόνο ο Αλέξανδρος άγγιξε τα χέρια του φοβερού Πνεύματος, όλοι πέσανε κάτω με το πρόσωπο προς τη γη. Όταν βγήκε ξανά στο φως του ήλιου, ήταν πια «Κύριος των τεσσάρων σημείων του ορίζοντα. Γιος θεού, θεός». Την ίδια μέρα του παραδόθηκε και το θησαυροφυλάκιο της πόλης. Εκείνος το ανέθεσε στον Άρπαλο, για τον εαυτό του δεν κράτησε τίποτε.
Σύντομα ο Δαρείος παρέδωσε και τα Σούσα. Τα επισμαλτωμένα κεραμικά πλακάκια του παλατιού έλαμπαν στον ήλιο. Από μακριά μες στην αντηλιά τα μπλε χρώματα σκοτείνιαζαν και τα κίτρινα έκαναν το παλάτι να φαντάζει χρυσό. Μόνο στο θησαυροφυλάκιο αυτής της πόλης, ο Αλέξανδρος βρήκε περισσότερα από σαράντα χιλιάδες τάλαντα ασημένια και εννιά χιλιάδες χρυσούς δαρεικούς4. Σύμφωνα με τις εντολές του, τα συνεργεία του Άρπαλου δούλευαν μέρα νύχτα. Έλιωναν χρυσό κι ασήμι και κόβανε νομίσματα, που από την μπρος μεριά είχαν την μορφή του Ολυμπίου Διός και από την πίσω τα σύμβολα του λέοντος και τη βασιλική κυρβάσια, το μυτερό σκούφο με την κορδέλα.
Μοίρασε χρήματα σε όλους ο Αλέξανδρος. Όσοι ήταν να φύγουν με άδεια για την πατρίδα, ανέβαλαν το ταξίδι για να τα πάρουν από τα χέρια του. Χιλιάδες οικογένειες χωρίς άντρες, περνούσαν δύσκολα στη Μακεδονία, τους περίμεναν.
Κάποιος του είπε: «Είναι πολλά αυτά που μου δίνεις, πολύ περισσότερα απ’ όσα φανταζόμουν.»
«Μπορεί να είναι πολλά για σένα που τα περίμενες, αλλά όχι για μένα που σου τα δίνω», απάντησε ο Αλέξανδρος, που απ’ το ξεκίνημα στην Πέλλα είχε μείνει ακτήμονας και χωρίς περιουσία. Την είχε μοιράσει στο στρατό, στους συντρόφους του.
Για ένα μήνα στη Βαβυλώνα μοίραζε χρήματα. Το ίδιο και στα Σούσα, ώσπου χάλασαν, έλιωσαν5 οι μήτρες των νομισμάτων από τη χρήση.
Σατράπες, λαός και ιερατείο είχαν αφήσει στα χέρια του όλου του κόσμου το χρυσάφι, αφού από παντού το ‘χε μαζέψει ο Δαρείος. Κι αυτός το μοίραζε. Είχαν μεθύσει από δύναμη στρατηγοί, εταίροι, στρατιώτες. Περισσότερο ο Αλέξανδρος που σ’ όλα είχε μυηθεί, όλα τα γνώριζε, όλα τα μπορούσε. Δεν υπήρχε πρόβλημα που να μη λυνόταν με το χρυσάφι… Κι όπως απλόχερα τους το μοίραζε, όλοι γίνονταν ευτυχισμένοι.
Βαδίζοντας προς την Περσέπολη, ο στρατός του Δαρείου κατέρρεε. Χιλιάδες Έλληνες σκλάβοι των Περσών ξέφυγαν. Έτρεξαν συγκινημένοι να συναντήσουν τον Αλέξανδρο. Ντυμένοι με κουρέλια, εξαθλιωμένοι. Πολλοί ηλικιωμένοι, σκλάβοι παλιότερων εποχών και μαζί οι νεότεροι παντρεμένοι με ντόπιες.
Όταν τους αντίκρισε ένοιωσε φρίκη. Σαν να ‘χε ανοίξει ο Άδης. Μακάβρια η αντιπροσωπεία τους. Οι περισσότεροι με δεκανίκια, πολλούς τους κουβαλούσαν στην πλάτη. Όμως, όλοι ακρωτηριασμένοι. Σε κάποιους έλειπαν χέρια, σε άλλους πόδια, αυτιά, μύτες. Ήταν άντρες που είχαν δεχτεί να μάθουν τέχνες, για να σώσουν τη ζωή τους. Τα είχαν καταφέρει καλά, μα όταν τελείωναν την εκπαίδευση, τους έκοβαν τα άκρα, τους άφηναν μόνο εκείνα από τα οποία εξαρτιόταν η δουλειά τους. Αν χρειάζονταν χέρια και πόδια, τους έκοβαν σύρριζα αυτιά και μύτη, για να τους μαρκάρουν. Όλοι φριχτά σημαδεμένοι στο κούτελο με πυρωμένο σίδερο.
Είπε ο Αλέξανδρος να του ζητήσουν ότι θέλανε, υπήρχε τόσο χρυσάφι που μπορούσε να τους δώσει τα πάντα και πάνω απ’ όλα να γυρίσουν ασφαλείς στην πατρίδα, στους αγαπημένους οι οποίοι τους θεωρούσαν νεκρούς .
Ένας παραμορφωμένος νέος άντρας του μίλησε, απλώνοντας τα χέρια του προς το μέρος του: «Η πατρίδα μας έστειλε στον πόλεμο με την αρετή και την ομορφιά μας. Την αρετή την έχουμε, την ομορφιά μας όμως τίποτε και κανείς δεν μπορεί να μας την ξαναδώσει. Κανείς! Κι έτσι όπως είμαστε…, πώς να γυρίσουμε πίσω; Εσύ όμως, που όλα τα άλλα εξουσιάζεις, δώσε μας γη, εδώ που βρισκόμαστε. Δώσε μας μια καινούρια πατρίδα που να θεωρεί όμορφο αυτό που είμαστε τώρα.»
Βουβός, ο Αλέξανδρος, έσκυψε και του άγγιξε τα αργασμένα χέρια. Κατάλαβε... «Δώστε τους αυτό που ζητούν», είπε στον Άρπαλο, και μπαίνοντας μόνος στη σκηνή του έκλαψε πικρά.
_________________
1. Ιερό τραγούδι –ήχος
2. Η ιερή Βίβλος των Περσών
3. Ο Διόνυσος στα Σανσκριτικά
4. Περισσότερο από ένα εκατομμύριο κιλά ασήμι και διακόσιες χιλιάδες κιλά χρυσάφι, ενώ ο θησαυρός που βρήκαν αργότερα στην Περσέπολη ήταν τριπλάσιος.
5. Τέτοιες μήτρες εκτίθενται σε μουσεία. 

__________________________________________________________
Αναγνώσεις, 12 Αυγούστου 2012, Η Αυγή
____________________________________________________

Ρωμανός Γιώργος Αφηγηματολογία / Δοκίμια / Κριτήρια κριτικής στη λογοτεχνική πεζογραφία



Γιώργος Ρωμανός


Κριτήρια κριτικής στη λογοτεχνική πεζογραφία
Μερικά πρακτικά στοιχεία

ήμερα, παρά την κορυφαία αξία που έχει η Κριτική και η Θεωρία της, τα πρακτικά αποτελέσματά τους, αυτά που φτάνουν στον επαρκή αναγνώστη λογοτεχνίας της χώρας μας, είναι απολύτως ανεπαρκή. Για το γεγονός αυτό, κεντρική ευθύνη έχει το, κατ’ ευφημισμό, κράτος μας, η πολιτική του για το βιβλίο, και η κρατικοελεγχόμενη παράδοση του πεδίου σε στρατιά από ιδιοτελείς εγκάθετους. Στον ιδιωτικό τομέα, η υπερπαραγωγή παραλογοτεχνίας, με λυσσαλέα αναζήτηση του ποθητού… «ευπώλητου» βιβλίου, είναι συστημική. Και συμβαίνει ως παράπλευρο έγκλημα του οικονομικού πολέμου, στα πλαίσια της «παγκοσμιοποίησης». Παράλληλα, στα πανεπιστήμια, σχετικές μελέτες, σε «δοκιμαστικό σωλήνα» –in vitro, συχνότατα ατέρμονες, δολιχοδρομικές, καταλήγουν κερδοφόρα σε αέναες, ναρκισσιστικές αναπαραγωγές, που δεν βελτιώνουν τη θέση και την παρουσία της, σήμερα, παραγόμενης λογοτεχνικής κριτικής.
   Αλλά, η λογοτεχνία, όπως και το σύνολο της κοινωνικής μας ζωής, έχει άμεση, κατεπείγουσα ανάγκη από πρακτικά αποτελέσματα, μέσα στη ζωή –in vivo. Αυτονόητη, η επάνοδος της, τραγικά απούσας σήμερα, αξιολογικής κριτικής λογοτεχνίας, με ταυτόχρονη καταγγελία του λοιμού των «βιβλιοπαρουσιάσεων».
Τα όρια λογοτεχνίας και παραλογοτεχνίας δεν είναι ασαφή, όσο κι αν γράφονται και βραβεύονται, ως λογοτεχνικά, βιβλία με ύφος εφημεριδογραφίας «life style». Αυτό, το μη γλωσσικό, μη λογοτεχνικό ύφος, απευθύνεται σε έναν υβριδικό αναγνώστη–Zapper (παράγωγο του zapping) –κατά τον Α. Μαραγκόπουλο–, που διαβάζει 20-50 σελίδες, πότε από το ένα ή το άλλο βιβλίο. Έτσι, ο σεσημασμένος πελάτης «ευπώλητων» βιβλίων, αποκτά «κοινωνικό στυλ» – «καταξίωση», ανάλογη με εκείνη του αγοραστή παγκοσμιοποιημένων προϊόντων «μαϊμού».
   Σε εποχές με φυγόκεντρες πολιτικές «αναζητήσεις» (διάβαζε, μορφές τυραννίας), ως προς το ιδεώδες της άμεσης δημοκρατίας, η Κριτική υποχωρεί προσωρινά, και η λογοτεχνία κινείται εξίσου φυγόκεντρα, παραλογοτεχνικά. Κι όμως, στο κέντρο της πραγματικής λογοτεχνίας, πάντοτε υπάρχει το μέτρο των πραγμάτων. Ακριβώς όπως υπάρχει μετρική και στην ποίηση του ελεύθερου στίχου, έτσι υπάρχει μέτρο και στον πεζό λόγο. Το μέτρο αυτό διαθέτει συγκεκριμένα, αξιολογικά κριτήρια κριτικής, που έχουν σχέση με τους Τρόπους και τις Τεχνικές, την κράση ανάμεσα σε Αφήγηση και Περιγραφή, την Ποιητική στους αφηγηματικούς σπονδύλους, τη συνολική αποτίμηση του Ύφους, κ.ά.
   Η πίστη μου στην αξία της λογοτεχνικής κριτικής, βασισμένης σε κριτήρια, είναι πολύχρονη και σταθερή: (Το παγόβουνο, Χωρίς λογοτεχνικό κανόνα και κριτήρια κριτικής; Η Αυγή, 20/4/2008, σελ.35, αφιέρωμα–Βιβλίο: Θεωρία, Λογοτεχνία, Αριστερά, εκδόσεις: Το Πέρασμα, 2008.). Έτσι, γράφοντας σήμερα, για τη λογοτεχνική πεζογραφία, ελπίζω ότι, κάποια απολύτως πρακτικά κριτήρια, θα είναι χρήσιμα, στον επαρκή αναγνώστη. Αυτόν, που προσπαθεί να δια–κρίνει ένα λογοτεχνικό βιβλίο, μέσα στον ωκεανό των εκδιδόμενων, ενώ έχει ήδη διαβάσει πλήθος από ανούσιες «βιβλιοπαρουσιάσεις» –συχνότατα προϊόντα συναλλαγής. Κείμενα, όπου κατά κανόνα επεξηγείται και μόνο το νόημα, η «υπόθεση» του έργου, σαν να είναι ο αναγνώστης νοητικά ανάπηρος και δεν μπορεί να καταλάβει το τι λέει κάθε βιβλίο.
   Αλλά, με αναφορά μόνο στο Περιεχόμενο (νόημα, υπόθεση), αποσιωπούνται οι τεχνικές, τα μορφικά τεχνάσματα και ο προαπαιτούμενος δεινός χειρισμός της γλώσσας. Στοιχεία απολύτως απαραίτητα, για να αναδειχθεί και η Μορφή, κάθε έργου. Γιατί, είναι κοινός τόπος, ότι Μορφή και Περιεχόμενο αποτελούν αδιαίρετο ζεύγμα.
   Κριτικής κριτήριο πρώτο, λοιπόν, η γλώσσα. Η λογοτεχνία, ως γνωστόν, γράφεται με λέξεις και όχι με ιδέες που προϋπάρχουν, ως προκειμενικό υλικό, σε κάθε συγγραφέα. Ο χειρισμός της γλώσσας, ενώ είναι ποιοτικό προαπαιτούμενο, κατατείνει σε ισόβια συγγραφική άσκηση. Γιατί, το ενδολεκτικό τοπίο είναι ένας εννοιακός χώρος, που μοιάζει με αέναο, ρευστό σταυρόλεξο. Ζητούμενο, λοιπόν, εκ μέρους συγγραφέα και αναγνώστη, η επίλυση αυτού του «σταυρόλεξου», που πέραν της Γραμματικής επάρκειας, περιλαμβάνει: συντακτικό, λεκτική οικονομία, ενάργεια Μορφής και Περιεχομένου, συγγραφική ιδιοπροσωπία Αυτά είναι κάποια πρακτικά κριτήρια κριτικής, με τα οποία ο αναγνώστης μπορεί να ελέγξει, κατ’ αρχήν, οποιοδήποτε βιβλίο, και μόνο με την ανάγνωση μερικών παραγράφων, ίσως των πρώτων. Γιατί, το πώς ξεκινάει ένας συγγραφέας είναι απολύτως δηλωτικό του πώς θα προχωρήσει. Η αρχή μιας ιστορίας, ο τρόπος, η τεχνική με την οποία εισάγεται, αποτελούν, κι αυτά, κριτήρια κριτικής.
   Κορυφαίο κριτήριο, ενσωματωμένο στη γλώσσα, είναι η οργανικότητά της, η οργανική της φύση. Γιατί, ο συγγραφέας δεν είναι αχθοφόρος μεταφοράς γεγονότων, κοινότοπων περιγραφών και ανούσιας κουβεντούλας. Έτσι, η οργανικότητα στη λογοτεχνική γλώσσα, είναι που επιβάλει στο λογοτέχνημα, σχέδιο, δομή, οργάνωση και νόημα, στα χύμα περιφερόμενα γεγονότα.
   Η έννοια της «οργανικής ενότητας μιας ιστορίας, σαν να είναι ένα ζωντανό πλάσμα» είναι γνωστή από τον Αριστοτέλη. Αλλά, και ο Gustav Freytag, στο Technique of the Drama, εξερευνά τρόπους, ώστε να φτάσει σε μία βάση, σε έναν πυρήνα της οργανικής ενότητας του έργου. Και ο Moses L. Malevinsky, στο The Science of Playwriting, μιλάει για τον οργανικό πυρήνα της Ιδέας. Παράλληλα, γνωστές είναι οι απόψεις των: Μαλέρμπ, Βαλερύ, Σεφέρη, Έλιοτ, Μπόρχες, που κατατείνουν στο ότι η λογοτεχνική γλώσσα είναι κρυστάλλινη γλώσσα. Και, μια τέτοια γλώσσα προϋποθέτει οργανικότητα.
   Συλλογιστικά συνεχόμενο και το, τόσο πολύ! ενοχλητικό για κάποιους, κριτήριο της λογοτεχνικότητας, που έθεσε ο Ian Mukarovsky, το 1920. Ενοχλητικό, γιατί η κατάκτηση της λογοτεχνικότητας θέλει μόχθο και πολύχρονο κόπο γραφής. Και σήμερα, αυτό δεν βολεύει τα βιβλία–χάμπουργκερς, από εκδότες φαστφουντάδες. Αλλά, σε πείσμα κάθε μαύρου κερδοσκοπικού μετώπου, ισχύει και θα ισχύει η ουσία της λογοτεχνικότητας. Δηλαδή: όσο μεγαλύτερη είναι η ένταση, στην κράση σημαίνοντος και σημαινόμενου, τόσο πιο ουσιαστικό και σημαντικό είναι το κείμενο που προκύπτει.
   Όπως προαναφέρθηκε, κριτήρια αποτελούν τα μορφικά τεχνάσματα, οι Τρόποι και οι Τεχνικές, που χρησιμοποιούνται στη λογοτεχνία. Όμως, πριν καν αρχίσει η αφήγηση, πρέπει ο συγγραφέας να έχει επιλύσει το θέμα της περσόνας του αφηγητή του. Αυτό, το κορυφαίο ζήτημα, αποτελεί δομικό κριτήριο λογοτεχνικής κριτικής. Η σχέση Συγγραφέα – Αφηγητή – Προσώπου ή Προσώπων της μυθοπλασίας (Χαρακτήρα ή Χαρακτήρων), είναι πρωταρχικής σημασίας. Το ποιος μιλάει και από ποια θέσηεστίαση, συναποτελούν δύο ειδικότερα κριτήρια. Και, εδώ είναι που γίνεται το Βατερλώ πολλών συγγραφέων.
   Στην εξέλιξη κάθε ιστορίας, τα κυριότερα αφηγηματολογικά εργαλεία είναι ταυτόχρονα και αξιολογούμενα κριτήρια συγγραφής, όπως: περιγραφή, αφήγηση και φυσικά, κλιμάκωση, κορύφωση, αποκλιμάκωση και λύση ή τέλος της ιστορίας. Όλα αυτά μαζί συνιστούν ένα γενικότερο κριτήριο, τη «διαχείριση της συνολικής αφήγησης μέσα στον αφηγηματικό χρόνο», όπως τίθεται στη μελέτη του Gerard Genette. Δηλαδή, το «μήνυμα» ή «υπόθεση» του έργου –φυσικά, σπουδαία παράμετρος, σε περιβάλλον ‘‘τέχνης’’…– έρχεται μετά! και μέσα από όσα προαναφέρθηκαν. Το να προβάλλεται λοιπόν, σε μια «βιβλιοπαρουσίαση», μόνο η «υπόθεση», σαν κάτι μετέωρο, ξεκομμένο από άλλα ουσιώδη κριτήρια, δείχνει το διανοητικό επίπεδο του βιβλιοπαρουσιαστή και συνηθέστατα, την ανάγκη του για ιδιοτελή κοινωνική και κυρίως πολιτική προπαγάνδα.
Διαβάζοντας, ο αναγνώστης κινητοποιεί αυτόματα τα πέντε ενδιάθετα, μέσα του, κλασικά ερωτήματα: ποιος, πού, πότε, τι, γιατί. Και περιμένει απαντήσεις, από τον συγγραφέα, σε κάθε! σειρά του κειμένου. Απαντήσεις που, εκτός από την πορεία της υπόθεσης, σχετίζονται με τις συγγραφικές επιλύσεις (κορυφαίο ζήτημα κριτικής). Έτσι, σχηματοποιείται και το γενικότερο κριτήριο της πλοκής.
   Αλλά, η πλοκή παράγεται πρώτιστα από τους χαρακτήρες. Και ο έλεγχός τους γίνεται με συγκεκριμένα κριτήρια: αν τα εξωτερικά χαρακτηριστικά τους έχουν πειστικότητα, ποιότητα. Αν είναι ενδιαφέρουσα και λειτουργική η ψυχολογία, ο λόγος τους. Αν έχουν βάθος, δηλαδή, αν συντελείται η κλιμάκωση, η «ωρίμανσή» τους, μέχρι το τέλος του έργου, κ.ά. Συναφές, γενικότερο, κριτήριο: ο έλεγχος κλιμάκωσης σύγκρουσης, όπως τον θέτει ο Layos Egri.
   Όταν ο Andre Gide έλεγε: «…Εκείνο που ενδιαφέρει τον συγγραφέα είναι τα όσα έχει βάλει μέσα στο βιβλίο του ασυναίσθητα.», έθετε μια ολόκληρη Θεωρία Πρόσληψης. Και, στη λογοτεχνική κριτική, όλα κατατείνουν στη διασάφηση της Πρόσληψης, με τη μελέτη, αξιολόγηση και αποσαφήνιση τόσο των «ασυναίσθητων» όσο και των «εν επιγνώσει» στοιχείων της συγγραφής. Γενικώς, οτιδήποτε στη λογοτεχνία δεν αισθητοποιείται, ουσιαστικά και λειτουργικά, αποτελεί κριτήριο κακής γραφής.
   Οι σχολές Αφηγηματολογίας αλληλεπίδρασαν δραστικά με την Κριτική και τη Θεωρία της. Όμως, καταλυτικό κριτήριο, μετά από εκείνα που προαναφέρθηκαν, είναι το αν ο συγγραφέας, τελικά, πετυχαίνει να παρουσιάσει ένα μέρος του κόσμου με προσωπικό τρόπο (κατάθεση ιδιοπροσωπίας), δίνοντας δικό του, διαφορετικό, νόημα.
   Γιατί, μέσα από όσα πρακτικά κριτήρια παρουσιάστηκαν, και άλλα που λόγω έκτασης, παραλήφθηκαν, δραματική μυθοπλασία, στη λογοτεχνική πεζογραφία, σημαίνει κατ’ εξοχήν: φαντάζομαι, ετεροβιώνω, αναπλάθω με οργανική γλώσσα, πράττω με Ποιητική, και δίνω νέο νόημα σε κοινότοπα ερεθίσματα.
Δηλαδή, ανανοηματοδοτώ τον κόσμο.

 ___________________________________________________________

Με το δοκίμιο

ο Γιώργος Ρωμανός συμμετέχει στο αφιέρωμα  Η κριτική και η θεωρία της,
που δημοσιεύτηκε από τις 27/11/2012 μέχρι τις 19/8/2012,
στο ένθετο Αναγνώσεις, της εφημερίδας Η Αυγή,
με επιμέλεια: Κώστα Βούλγαρη, Στέφανου Ροζάνη
___________________________________________________________

Γιώργος Ρωμανός: romanosg.blogspot.com
Λογοτεχνικό περιοδικό Πανδώρα: pandoraperiodiko.blogspot.com