Σάββατο, 12 Μαρτίου 2011

Ρωμανός Γιώργος / Διηγήματα / Παράπλευρες απώλειες


Γιώργος Ρωμανός

Παράπλευρες απώλειες*
Διήγημα

ο τρίτο ανθρώπινο σφάγιο βρέθηκε γωνία Φυλής και Φιλιππίδου. Είχε ένα μεγάλο χαμόγελο από μαχαιριά· στο λαιμό. Σειρά οι θρόμβοι έλαμπαν –σπόροι από ρόδι. Το πτώμα μπροστά από ένα ρημαγμένο μαγαζί, παλιό χασάπικο. Κι ο ένοχος, λέγαν, τρελός· αλλά γιατί;
Χλωμός ο ήλιος, ανάμεσα στις πολυκατοικίες, έδειχνε το σημάδι του αίματος στο πεζοδρόμιο· το ξεθώριαζε, το έσβηνε. Τις νύχτες ζωντάνευαν σκιές –ο κόσμος όλος– στο άδειο χασάπικο. Κόσμος γεμάτος τσιγκέλια, τεμαχισμένα σώματα, παΐδια, μπούτια γδαρμένα, δόντια που δάγκωναν αιματοβαμμένες γλώσσες, μάτια παγωμένα· μαχαίρια στη σειρά, κούτσουρα που ξερνούσαν από τους πόρους τού ξύλου, αίμα.
Μέρες πριν την τρίτη σφαγή, το σώμα του εννιάχρονου Αχρέμ είχε ανατιναχτεί. Νόμισε ξεχασμένη την τσάντα μπροστά από το Υπουργείο Ασφάλειας. Την πήρε. Τα χέρια του απέμειναν στο κατώφλι, το σώμα πολτός καρφώθηκε στους πυράκανθους της μάντρας του Υπουργείου, τα πόδια άθικτα, σε στάση φυγής που δεν έγινε ποτέ.
Οι τρομοκράτες χαρακτήρισαν τον μετανάστη «παράπλευρη απώλεια».
Ο Αχρέμ ήξερε από σφαγές. Είχε έρθει με τον πατέρα του, για να γλιτώσουν. Στη Σρί Λάνκα τον τρόμαζαν όλα, ως και ο Σαμάνος τους. Τον έβλεπε να ξεκοιλιάζει το σφάγιο, να εξαγνίζει τα έντερα στο φεγγαρόφωτο, πριν την θυσία στη πυρά· για καλή σοδειά. Αντί γι’ αυτήν τους ήρθαν οι αντάρτες Ταμίλ· οι σφαγές.
Περιπλανιόταν η ψυχή του Αχρέμ, δεν έλεγε να ησυχάσει. Δεν έβρισκε την καρδιά, τα σπλάχνα του, ανάμεσα στους πυράκανθους, να τα νιώσει όλα σώμα του και μετά να φύγει. Ανήσυχος τις νύχτες τριγυρνούσε κοντά στους ζωντανούς, πάνω κάτω σε δρόμους και πλατείες· από Βικτορίας σε Φυλής και Φώκαιας μέχρι Αγκύρας, Κυζίκου, Αμφιλοχίας.
Την ώρα που ο τρελαμένος σφάχτης ορμούσε στο τέταρτο θύμα του, βγήκαν απ’ τις σκιές οι αστυνόμοι. Άρχισε το πιστολίδι· τον άφησαν στον τόπο.
Ο Αχρέμ, είδε από ψηλά –ψυχή ακόμη χωρίς σώμα– τον πατέρα του να πέφτει· με τη φαλτσέτα στο χέρι.


_________
*Το διήγημα Παράπλευρες απώλειες, ζητήθηκε από τα μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων, με όριο τις 300 λέξεις, και δημοσιεύθηκε στο, «Βία και λογοτεχνία», Ημερολόγιο 2011, Εταιρεία Συγγραφέων, Αθήνα 2011.