Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Ρωμανός Γιώργος / Διηγήματα / Κάτι δεν έγινε σωστά

Γιώργος Ρωμανός


Κάτι δεν έγινε σωστά
Διήγημα

Τζιμπάχ είχε σπάσει από νωρίς, όπως του είχανε πει, τις τελευταίες λάμπες φωτισμού στις δυο κολώνες που βρίσκονταν στην άκρη της μικρής πλατείας. Λίγο πιο πάνω, η Κεντρική Αγορά νεκρή, από ώρες. Στα σκοτεινά, οι σκιές των μελαψών ανθρώπων αραιώνανε σιγά σιγά, ξεθύμαιναν βουβές, σαν ένα μαύρο κρέπι που αργά το εξαΰλωνε η νύχτα. Κάποιοι κινήθηκαν προς τα πεζοδρόμια της Μενάνδρου, και άλλοι πιο μακριά, πίσω από το Δημαρχείο της Αθήνας. Όμως, μια ομάδα από αυτούς έμενε συγκεντρωμένη σε κύκλο, μιλούσανε ψιθυριστά με κοφτές φράσεις και έντονες χειρονομίες.
Γύρω τους ένα αλώνι από μια ξέπνοη ησυχία απλωνόταν ανάλαφρα, όπως όταν γλιστράει η υγρασία στο σκοτάδι –αν κάποιος μπορεί να ακούσει αυτό το γλίστρημα. Ένα ημιφορτηγό, με τελάρα και σίδερα δεμένα χαλαρά στη καρότσα του, πέρασε βολίδα στο διπλανό δρόμο, και ξαφνικά αντιβούισε ο τόπος από εκκωφαντικούς κρότους. Ο στρόβιλος του αέρα, που ξέσπασε απότομα, έκανε τις τσαλακωμένες εφημερίδες να πεταρίσουν, σήκωσε ανάλαφρα τις μπάλες με τα χάρτινα «άχυρα», που είχαν φτάσει εκεί από τα καφάσια των κοντινών μανάβικων. Αμέσως μετά, η ίδια με πριν, νεκρική σιγή.
Ο Τζιμπάχ ήξερε πως όλα είχαν τελειώσει κι έκανε να απομακρυνθεί. Τα μπράτσα του καθημερνά, απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, σήκωναν πέντε πέντε τα τελάρα των φρούτων, μα τώρα τα ένιωθε ξεφουσκωμένα, άδεια. Μια χαλάρωση τον γέμιζε, όπως μετά από μια καλή «φούντα», αλλά δεν είχε φουμάρει. Κοντοστάθηκε, σα να απορούσε για κάτι που δεν μπορούσε να θυμηθεί και για δευτερόλεπτα κοίταξε αφηρημένα την ομάδα των μελαψών αντρών. Στέκονταν κοντά σε ένα έρημο σπίτι, γύρω από το πτώμα μιας γυναίκας που κείτονταν στο πεζοδρόμιο· ανάμεσα τους ξεχώριζαν ολόγυμνα τα καλογραμμένα πόδια της νεκρής.
Ένας ψηλόλιγνος νοτιαφρικάνος, με γκρίζα κελεμπία, έσκυψε με τον αναπτήρα να βάλει φωτιά στα μακριά μαλιά της που ήταν τυλιγμένα ράστα, λέγοντας: ιντικαζάνα λομλούνγκου, λε!, ηλίθια, μαλακισμένη.
Ο Τζιμπάχ, με αποφασιστικά βήματα, γύρισε πίσω κι έπιασε στον αέρα το χέρι που κρατούσε τον αναπτήρα, «κόφτο, δεν έχει νόημα», είπε, στη δική του γλώσσα. Τα μαλλιά της γυναίκας, για δευτερόλεπτα, τσιτσίρισαν χωρίς να ανάβουν. Ο νοτιοαφρικάνος ένιωσε το χέρι του να λιώνει από το σφίξιμο· φοβήθηκε, κατάλαβε.
Όσο περνούσε η ώρα, το σώμα της πεθαμένης μαύρης έδειχνε γκρίζο, σταχτί, ίσως από το ελάχιστο φως των άστρων της αφέγγαρης νύχτας που έφτανε σ’ εκείνη τη γωνία· μπορεί, όμως, κι επειδή το πλάκωναν οι σκιές των ανθρώπων που το περιτριγύριζαν. Ήταν ένα ψηλόσωμο κορίτσι, γύρω στα δεκαεφτά. Τα πέδιλά της, χρυσαφένιες πλατφόρμες με φελλό, είχαν ξεφύγει από τα πόδια της –γυάλιζαν αλλόκοτα τα βαμμένα κατακόκκινα νύχια της.
Λίγο πιο πέρα ήταν πεταμένη η μακριά, σα χιτώνας, καμπαρτίνα της από γυαλιστερό νάιλον που, με το κεραμιδί χρώμα της, φάνταζε παράξενα. Φορούσε ένα κολλητό, πράσινο παπαγαλί σορτς, μικρό όσο ένα εσώρουχο, ενώ το πορτοκαλί μπούστο στο στήθος της, πέντε δάχτυλα φαρδύ, ήταν ανεβασμένο στο λαιμό και οι μεγάλοι μαστοί της έδειχναν παράξενα ζωντανοί ακόμη· οι μελανές θηλές τους έμοιαζαν υγρές.
Λίγο πιο μακριά, ένας άλλος άναψε κι αυτός τον αναπτήρα, τον σήκωσε πάνω από το κεφάλι του κι έτσι, όπως φώτιζε σαν πυρσός, άρχισε να καίει το πυκνό σκοτάδι της νύχτας. Γελούσε. Ήταν ένας Ουγκαντέζος και μίλαγε στους άλλους, που κατάγονταν από διάφορες χώρες της Αφρικής και της Ασίας, λες και περίμενε να τον καταλάβουν.
Ο Τζιμπάχ εκνευρίστηκε μ’ όλη αυτή την ασυνεννοησία, «σβήσ’ το, ρε», του είπε, με χειρονομίες που σήμαιναν πως, «αν δεν το κάνεις θα έρθω εκεί…» Κι αμέσως, γυρνώντας στους άλλους, «πάμε να φύγουμε, τελείωσε…». Η επέμβασή του, αυτή τη φορά, έγινε κατανοητή από όλους. Με τα πελώρια χέρια του έκανε μια κίνηση, σα να τους έδιωχνε από κάποια αόρατη αίθουσα, «τελείωσε, φύγετε, τώρα! Τώρα, είπα!»
Κάνα δυο, αναμέτρησαν τις δυνάμεις τους, για να προβάλλουν αντίρρηση στον Τζιμπάχ, αλλά αμέσως το μετάνιωσαν· πολύ θα ήθελαν να βρεθεί το πτώμα με καμένα μαλλιά. Ούτε νεκρή δεν έπρεπε να είναι όμορφη αυτή η γυναίκα. Θα ήταν ένα μήνυμα, για τις άλλες που έκαναν ‘‘πεζοδρόμιο’’, εκεί γύρω, αλλά και για κάποιον στην αστυνομία.
«Καλή δουλειά», είπε, με δουλοπρέπεια, σε σπαστά Σουαχίλι, ο Ουγκαντέζος που είχε ανάψει δεύτερος τον αναπτήρα και αναγκάστηκε να τον σβήσει.
«Αυτό λέω κι εγώ, και πάμε να φύγουμε», απάντησε ο Τζιμπάχ, όσο πιο συγκρατημένα μπορούσε, «δεν χρειάζεται να μπλέξουμε...»
Για δευτερόλεπτα, τα μάτια του χάιδεψαν με αδιέξοδη νοσταλγία το μισόγυμνο κορμί που κείτονταν στο πεζοδρόμιο. Ο μακρύς, λεπτός λαιμός, κρατούσε ακόμη το πανέμορφο κεφάλι, αλλά κρεμόταν αλλόκοτα, με άψυχη επιμήκυνση. Μια βαθιά πληγή τον χώριζε, σχεδόν, στα δύο. Η μαχαιριά είχε κόψει πέρα για πέρα και τις δυο καρωτίδες. Το φρέσκο αίμα, μεγάλο, σκουρόχρωμο σεντόνι γύρω από το σώμα, γυάλιζε· έμοιαζε σαν να προσπαθούσε να παρατείνει τη ζωή σε κάτι παράλογο, που επέμενε να είναι ακόμη ζωντανό, πάνω στο πλακόστρωτο.
Στο μυαλό όλων, εκείνο το αίμα θύμιζε σφαχτό ζώο, όπως όταν φύσαγε αέρας από τη κρεαταγορά. Αλλά, δε φυσούσε.
Στην άπνοια κυριαρχούσε η μυρωδιά της αμμωνίας, των ούρων. Η αποφορά ερχόταν από το μεγάλο διώροφο, μισογκρεμισμένο νεοκλασικό, μπροστά στο οποίο υπήρχε η νεκρή.
Αν κάποιος πλησίαζε πολύ θα διέκρινε, στο κομψό κοίλωμα του εξωτερικού τοίχου, που υπήρχε ανάμεσα από τα δύο παράθυρα της πρόσοψης, μια αχνή ξεθωριασμένη, σχεδόν κοκκινωπή, τοιχογραφία. Ο χρόνος και οι βροχές είχαν ξεβάψει τα χρώματα, εκτός από το βασικό, τώρα μουντό, χρώμα που είχε απομείνει· το κεραμιδί. Μ’ αυτό απεικονιζόταν μια ψηλόλιγνη, αρχαϊκή κόρη των Αθηνών, με μακρύ χιτώνα. Είχε μια στάση υποδοχής και προσφοράς σε κάθε επισκέπτη που έφτανε εκεί. Στα κοντυλογραμμένα της δάχτυλα κρατούσε, μια ταινία που, με το ίδιο κεραμιδί χρώμα, έγραφε:
«Αιέν ευ ζην».
Σ’ αυτό το σπίτι, πριν μισή ώρα, καμιά δεκαριά μελαψές γυναίκες είχαν κρυφτεί πανικόβλητες, φωνάζοντας αφρικάνικα η μία στην άλλη: Οκα-έι, οκα-έι, μπες μέσα, μπες μέσα. Κλεισμένες πίσω από τα ξεδοντιασμένα ξύλινα πατζούρια, έβλεπαν με τρόμο ό,τι γινόταν στο δρόμο. Τρεις από αυτές είχαν προλάβει να κυλήσουν μια βαριά πέτρα από την μέσα μεριά της εξώπορτας του ισογείου. Κι αυτό το έκαναν μόλις έφυγαν οι δύο Σουδανοί, που είχαν εισβάλει, με μια κλωτσιά, κρατώντας μαχαίρια.
Οι δύο, έβριζαν κι έψαχναν να βρουν, ανάμεσα σε όλες, κάποια συγκεκριμένη γυναίκα. Την αναζητούσαν φωνάζοντας με ένταση το όνομά της· δεν ήθελαν να κάνουν λάθος μες στο σκοτάδι. Τότε, πετάχτηκε μπροστά τους μια πολύ κοντή και μικροκαμωμένη μαύρη, που είχε το ίδιο όνομα με αυτήν που καταζητούσαν, και τους παρακαλούσε να μη πάρουν λάθος άνθρωπο, να μη σφάξουν άλλη γυναίκα αντί άλλης. Εκείνη, τους έλεγε, δεν έφταιγε σε τίποτε. Κι ο ένας από τους δύο την έσπρωξε τόσο δυνατά, που έπεσε πάνω σ’ έναν ετοιμόρροπο τοίχο και την πλάκωσαν οι σοβάδες. Ζαλισμένη, τους άκουσε να συνεχίζουν να τρέχουν μέσα στα ρημαγμένα δωμάτια, σπάζοντας τη μία πόρτα μετά την άλλη, να κατεβαίνουν στον κήπο. Σχεδόν αμέσως, κάποιες έτρεξαν και ‘‘αμπάρωσαν’’ την εξώπορτα με την πέτρα και, από τις χαραμάδες, είδαν έξω στο δρόμο να πιάνουν τη γυναίκα, που φορούσε μια κεραμιδί νάιλον καμπαρτίνα και ούρλιαζε προσπαθώντας να ξεφύγει.
Ο Τζιμπάχ, έκανε, για μια ακόμη φορά, νόημα στους περίεργους να πάρουν δρόμο. Αμέσως. Όλοι! Ένιωθε κι ο ίδιος παράξενα που στεκόταν ακόμη εκεί. Είχε κάνει όσα του είπαν οι δύο Σουδανοί, και είχε πληρωθεί καλά. Στην αρχή έπρεπε να κρατήσει τσίλιες, μαζί με άλλον έναν, που ήταν ακροβολισμένος πιο μακριά, στο τρίστρατο της Αριστογείτονος, κάτω από τα μανάβικα. Και μετά έκανε και το άλλο που του είχαν πει.
Ναι, μέχρι πριν λίγο, αυτά τα θυμόταν καθαρά. Μα τώρα, μια ξαφνική κούραση έμοιαζε να θολώνει τελείως τη κρίση του. Το ένστικτό του τον έσπρωχνε να φύγει. Κάτι σημαντικό και επικίνδυνο είχε γίνει εκεί κι όπως συχνά το πάθαινε, για λίγα δευτερόλεπτα, δε θυμόταν όλα τα γεγονότα ξεκάθαρα. Κι όμως, κάτι δεν είχε γίνει σωστά, αλλά τι;
Όταν ήταν στα καλά του, σκεφτόταν με το δικό του τρόπο. Άσπρο ή μαύρο. Σωστό ή όχι σωστό. Και σ’ αυτό δεν εύρισκε να διαφέρει απ’ τους ανθρώπους που γνώρισε στη ζωή του. Εξάλλου, μόνο έτσι μπορούσε να ταχτοποιεί λίγο τα πράγματα, σ’ αυτόν τον παράξενο τόπο όπου τον είχε ρίξει η ανάγκη. Από την άλλη, υπήρχαν στιγμές που το μυαλό του σταματούσε σε κάποια λεπτομέρεια την οποία, όταν αργότερα την ξαναθυμόταν, ακόμη κι ο ίδιος απορούσε πώς την είχε σκεφτεί. Είχε μια περίεργη, ενστικτώδη αντίληψη, σχεδόν εξυπνάδα. Όμως, όταν κόλλαγε σε κάτι και οι άλλοι δεν τον καταλάβαιναν, μπορούσε στα νεύρα του επάνω να τσακίσει άνθρωπο.
Μα, κι όταν μπλοκάριζε το μυαλό του, είχε τον τρόπο του. Όλα τα αισθανόταν λες και ήταν αέρας γύρω του. Τα μύριζε όπως ένα σκυλί. Έτσι καταλάβαινε. Κι απόψε η μυρωδιά του αίματος υπήρχε γερά σκαλωμένη στα ρουθούνια του· μυρωδιά βαριά, μεταλλική, όπως ο αχνός από το λιωμένο υγρό σίδερο στο καμίνι. Όμως, δεν του άρεσε να τον ξεγελάνε. Όποιος του έλεγε πως θα κάνουν κάτι, αυτό έπρεπε να γίνει σωστά. Απότομα, ένα μούδιασμα στο δεξί του μπράτσο, του απέσπασε την προσοχή. Δυσκολευόταν να ανοιγοκλείσει τον αγκώνα του και για λίγο έκανε μηχανικά αυτή την κίνηση.
Ξανακοίταξε τους άλλους. Εκείνη τη στιγμή, επιτέλους, έφευγαν όλοι. Στη σκοτεινή γωνία τα πάντα έμοιαζαν εξωπραγματικά. Μια γυναίκα ξαπλωμένη ακίνητη, που το φως των άστρων, τώρα, την έκανε να μοιάζει ασημένια, και γύρω μαύρες φιγούρες να μετακινούνται λες και είχαν ξύλινα, άκαμπτα πόδια· μαριονέτες.
Το μπράτσο του Τζιμπάχ είχε μουδιάσει τελείως. Άκαμπτο. Κάποιο νεύρο θα είχε χτυπηθεί. Αλλά, και μέσα του επικρατούσε η ίδια ακαμψία. Αυτό λειτούργησε σαν σύνθημα φόβου, ανασφάλειας κι αμέσως άρχισε να απομακρύνεται με μεγάλα, λαστιχένια βήματα.
Περπατούσε στη Σωκράτους κι ο αέρας που ανέπνεε του φαινόταν πυκνός, όσο η μοναξιά του. Και τον έπνιγε. Όπως τον έπνιγε, από παιδί, ο θυμός του για όλα και για όλους, μια θηλιά αυταρχισμού στο λαιμό, για έναν κόσμο που άλλα έλεγε και άλλα έκανε. Στο βάθος διέκρινε σκόρπιες αντανακλάσεις από τις φωτεινές επιγραφές της Ομόνοιας, τα αυτοκίνητα που έτρεχαν, το σκληρό γκρίζο, σχεδόν ατσάλινο, χρώμα που είχε, εκείνη την ώρα, η άσφαλτος της Πειραιώς.
Δεν έπρεπε να ρισκάρει μια βόλτα μέχρι εκεί. Θα ήταν σα να πέρναγε τα σύνορα της χώρας του –που κάποιοι την είχαν μεταφέρει στην Αθήνα, μαζί με τον εμφύλιό της– και να έμπαινε σε εχθρικό έδαφος, σε εμπόλεμη ζώνη… Γιατί, ο Τζιμπάχ ήταν άνθρωπος των δύο Σουδανών, που ανήκαν σε μια σέχτα της φυλής των Ανασάρ, του βόρειου Σουδάν, και η δικαιοδοσία της έφτανε μέχρι το αριστερό πεζοδρόμιο της Πειραιώς. Αντίθετα, το δεξί πεζοδρόμιο το ελέγχανε Νιγηριανοί, αλλά και οι σύμμαχοί τους Σουδανοί, του νότιου Σουδάν, από τις φυλές Σέιλκλ, και Ντινκανγιά που ήταν θανάσιμοι αντίπαλοι των βορείων.
Δυο σκυλιά πέρασαν δίπλα του τρίβοντας τη μουσούδα τους, το ένα κάτω από την ουρά του άλλου. Απότομα, σήκωσαν τα κεφάλια τους, έπιασαν τη μυρωδιά του αίματος, που ερχόταν από το πίσω μέρος της Αγοράς και ξεχύθηκαν προς τα εκεί.
Ο Τζιμπάχ ήθελε, επειγόντως, με κάποιον να μιλήσει.
Φτάνοντας στο μικρό καφέ-ουζερί «Ο ωραίος Νείλος», που βρισκόταν σφηνωμένο στην είσοδο μιας άθλιας πολυκατοικίας με στοά, είδε τον καφετζή να σκουπίζει βιαστικά για να κλείσει. Το σιδερένιο ρολό του μαγαζιού ήταν μισοκατεβασμένο, έτσι που δεν φαίνονταν καλά αυτά που ήταν ζωγραφισμένα στο τζάμι της πρόσοψης. Διαβάζονταν μισά τα χρυσά αραβικά γράμματα, κόβονταν –στέρευαν οι πηγές του Νείλου, αποκεφαλίζονταν οι τρεις πυραμίδες, φαλακρές και οι φοινικιές, ενός υπέροχου νοσταλγικού τοπίου. Ενός τόπου με αγάπες λάγνες και νύχτες μαγικές κι ονειρεμένες.
Την ώρα που έσκυβε το τεράστιο κορμί του, για να περάσει κάτω από το ρολό, ο πόνος στο μπράτσο του έγινε σουβλιά. Θυμήθηκε. Την στιγμή που οι δύο με τα μαχαίρια έσερναν τη μαύρη για να της κόψουν τον λαιμό, εκείνος είχε αρπάξει τον Αλβανό προστάτη της και σηκωτό τον πήγε μέχρι την απέναντι γωνία. Όπως του είχαν πει να κάνει… Έτσι, τον αγκάλιασε αιφνιδιαστικά από πίσω, ακινητοποιώντας και τα χέρια του πάνω στο κορμί του, και να τον έσφιξε μέχρι να του κόψει την ανάσα. Αυτό, «το αγκάλιασμα της αρκούδας», ήταν κάτι που έκανε φημισμένη τη δύναμή του σε όλες τις γύρω γειτονιές. Ο Αλβανός, μην μπορώντας να ξεφύγει από την τανάλια εκείνων των χεριών και προσπαθώντας να αναπνεύσει, τα δάγκωνε με λύσσα όπου έβρισκε, όπου μπορούσε –μέχρι που τον δάγκωσε ψηλά στο μπράτσο. Ο Τζιμπάχ αισθάνθηκε το χέρι του να παραλύει, αλλά τρίζοντας τα δόντια έσφιξε κι άλλο τον Αλβανό, μέχρι που τον ένιωσε να λιποθυμάει στα χέρια του. Λες και κουβάλαγε φτερό, τον έσυρε στην είσοδο μιας αποθήκης και τον άφησε ανάμεσα στα άδεια καφάσια, σα να κοιμόταν.
Ο καφετζής, ένας κοντόχοντρος Αιγύπτιος με κοκκινόμαυρο πρόσωπο, πέταξε το λερωμένο πανί πάνω στον αλουμινένιο πάγκο και είπε, «κλείνω φίλε, αλλά αν κατεβάσεις το ρολό, παίρνουμε δυο μπίρες και τις πίνουμε επάνω…»
Ο Αιγύπτιος τελείωνε βιαστικά τις δουλειές του και μιλούσε νευρικά, ρωτούσε απανωτά:
«Ήσουν εκεί; Κοντά…, θέλω να πω. Είδες τι έγινε; Ζαλισμένο σε βλέπω. Άσε…, αν πονάει το χέρι σου, κατεβάζω εγώ το ρολό.» Όσο έλεγε αυτά, κοιτούσε τη γιγάντια φιγούρα του Τζιμπάχ, προσπαθώντας από τις κινήσεις του να μαντέψει κάτι. Αλλά το μόνο που έβλεπε ήταν το σχήμα ενός βουνού από σάρκες, το τετράγωνο κεφάλι κολλημένο στο θώρακα, χωρίς σβέρκο, τα χοντροκομμένα χέρια και τα πόδια φυτεμένα άτσαλα, σα δέντρα, επάνω σ’ εκείνο το βουνό· μόνο τα μάτια του πετάριζαν πονηρά, όταν είπε:
«Είμαι λίγο ζαλισμένος… Μύριζε…, μύριζε πολύ… Ναι, μια μπύρα. Πάμε επάνω…»
«Τη σφάξανε, τελικά;», επέμεινε ο καφετζής.
«Δε νομίζω πως…», είπε ο Τζιμπάχ και κοίταξε αφηρημένος τον μεσόκοπο Αιγύπτιο με το ψιλοκομμένο μουστάκι, και την έκφραση ενός αναμαλλιασμένου, υπερτροφικού ποντικού. Κάθε φορά που άνοιγε το στόμα του, στο κάτω μέρος του κοκκινόμαυρου προσώπου του, πετάγονταν τα δύο μπροστινά, πλατιά δόντια του, με το μεγάλο κενό ανάμεσά τους. Δόντια, που μπορούσαν να καταβροχθίσουν την πόλη, αν αυτή ήταν, ολόκληρη, ένα κεφάλι τυρί.
Με το που άκουσε εκείνο το «δε νομίζω πως…», ο καφετζής τινάχτηκε, λες και ήθελε να πεταχτεί έξω από τη μυρωδιά του χλωρίου που ανέδυε ο πάγκος του εκείνη τη στιγμή. «Τι, δε νομίζεις, Τζιμπάχ; Αφού περάσανε τα ‘‘παιδιά’’ από δω και μου είπανε να κλείσω, γιατί όπου να ’ναι θα πλακώσει η αστυνομία.»
Όσο έλεγε αυτά κατέβασε τελείως τα ρολά και κλείδωσε το μαγαζί του. Βγήκε από μια πλαϊνή πόρτα που οδηγούσε στη στοά, στο εσωτερικό της πολυκατοικίας, κρατώντας τις μπύρες στα χέρια. Πέρασε μπροστά από το μονίμως χαλασμένο ασανσέρ, με την ανορθόγραφη χαρτονένια πινακίδα που έγραφε «Βλάβι», χώθηκε σα κυνηγημένος στο κλιμακοστάσιο κι άρχισε να ανεβαίνει. Πίσω του άκουγε τα βαριά βήματα του άλλου να τον ακολουθούν.
Φτάνοντας στον τρίτο όροφο, συνάντησαν μια ηλικιωμένη γυναίκα που σκυφτή στην κλειδαρότρυπα της πόρτας της προσπαθούσε απεγνωσμένα να ξεκλειδώσει. Τους είχε ακούσει στη σκάλα και έτρεμε. Ήτανε μία από τους τέσσερις τελευταίους ντόπιους, παλιά Αθηναία, που κατοικούσε ακόμη σ’ εκείνη την πολυκατοικία. Η τεράστια σκιά του Τζιμπάχ έπεσε επάνω της. Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε, κίτρινη λεμόνι. Τα κλειδιά της γλίστρησαν από τα χέρια. Ήταν στο απόλυτο έλεός του. Μια να της έδινε με το τεράστιο χέρι του θα την έλιωνε. Αλλά εκείνος την προσπέρασε. Ακολούθησε τον καφετζή που συνέχισε να ανεβαίνει.
Στην ταράτσα υπήρχε ένα αυθαίρετο καμαράκι από τσιμεντόλιθους και Ελενίτ στη σκεπή, που το νοίκιαζε ο Αιγύπτιος.
Ο Τζιμπάχ, λαχανιασμένος, άδειασε το βάρος του κορμιού του σε μια φαρδιά, ξεκοιλιασμένη ψάθινη πολυθρόνα με στραβά πόδια, που έτριξε στα όριά της, κι άνοιξε τη μπύρα του με τα δόντια. Ρούφηξε λαίμαργα. Κόμπιαζε να μιλήσει. Προσπαθούσε να σκεφτεί. Το ασπράδι των ματιών του αντιφέγγισε φιλντισένιο καθώς τους φώτισε το κόκκινο Νέον από μια διαφήμιση, που αναβόσβηνε, σε διπλανή ταράτσα.
Εκεί, πάνω από την πόλη και τους ανθρώπους, ένιωθε αλλιώς· σχεδόν ελεύθερος. Του ’μοιαζε δροσερός ο αέρας που ανέπνεε· του άρεσε. Κοίταξε ψηλά. Γαλήνια η νύχτα, μυριάδες αστέρια τρεμόσβηναν στο δικό τους αλάνθαστο ρυθμό. Όλα εκεί του έμοιαζαν ότι έγιναν σωστά. Εντελώς σωστά.
Ο καφετζής, που όση ώρα ανέβαιναν δεν είχε πάρει απάντηση στα ερωτήματά του, έβγαλε τσιγάρο, άναψε, και σέρνοντας ένα άδειο κασόνι από πορτοκαλάδες, κάθισε και ξαναρώτησε, τονίζοντας μία μία τις λέξεις: «Έλα λέγε, τελικά τη σφάξανε, ε;»
«Τη σφάξανε αν και, σου είπα, δεν…», απάντησε μιλώντας αργά ο Τζιμπάχ, σαν να έψαχνε αυτό που ήθελε να πει.
Η αδημονία του καφετζή είχε χτυπήσει κόκκινο, «τι ‘‘δεν’’, ρε συ; Τι ’ναι αυτά που μου λες τώρα; Θα μιλήσεις ή όχι;»
«Θέλω να πω», συνέχισε ο Τζιμπάχ, «όταν εγώ άρπαξα τον Αλβανό και οι άλλοι δύο τη μαύρη, εκείνη χτυπιότανε σαν τρελή. Ίσα που προλάβανε και της έκλεισαν μ’ ένα στουπί το στόμα. Δύο την παλεύανε κι όμως τους γλίστρησε μέσα από τα χέρια. Στραβοπάτησε στα ψηλά παπούτσια που φορούσε, την τράβηξαν οι άλλοι από τη νάιλον καμπαρτίνα της που γλίστρησε, τους έμεινε στα χέρια, και με τη φόρα που είχε, η μαύρη, τους έφυγε, και μετά…»
Ο καφετζής τον κοιτούσε ακίνητος. Είχε ένα ύφος σαν του τρωκτικού που καιροφυλακτεί στην τρύπα του και προβληματίζεται να βγει ή να μη βγει. Αδημονούσε έντονα. Μόνο τα μάτια του λαμπίριζαν σ’ εκείνο το ξαφνικό σκοτάδι που είχε χυθεί πάνω στο πρόσωπό του. Τελικά, αποφάσισε να διακόψει τον Τζιμπάχ και να σχολιάσει, μονολογώντας πάνω σε όσα νόμισε πως κατάλαβε:
«Το θέμα είναι ότι τιμωρήθηκε η σκύλα… Να το μάθουν αυτό και οι άλλες, να μην κουνιούνται… Αυτή, η μαύρη, φίλε, δεν έλεγε να σταθεί πουθενά. Δεν ήθελε να κάτσει με κανέναν. Ούτε με τον αστυνόμο. Πού θα έβρισκε καλύτερο προστάτη; Καλά της κάνανε, σου λέω. Νόμισε πως, όταν ξεχρέωσε θα μπορούσε να κάνει ό,τι γουστάριζε. Πού πας μωρή;…».
Ήπιε μια μεγάλη γουλιά από τη μπύρα του και σκούπισε τον αφρό με την ανάστροφη του χεριού του ευχαριστημένος. Ο καπνός από το τσιγάρο του μύριζε περίεργα, ντουμάνιαζε και τον τύλιγε, σαν να είχε μόλις τρίψει το δικό του μαγικό λυχνάρι. Ανοιγόκλεισε το στόμα του μερικές φορές, αλλά δεν είπε τίποτε. Είχε μια έκφραση ευδαιμονίας και στηρίζοντας με το ένα χέρι το σαγόνι του, έριξε το βλέμμα του ψηλά, στη νύχτα, χωρίς να βλέπει κάπου συγκεκριμένα. 
Ο Τζιμπάχ αισθάνθηκε να του φεύγει λίγο λίγο το μούδιασμα από το χέρι του. Έμενε σιωπηλός. Σκεφτόταν τα δικά του. Δεν ήταν πολύς καιρός που βρισκόταν στην Κεντρική Αγορά. Πριν έρθει εδώ, είχε προσπαθήσει με κάθε τρόπο να πιάσει γωνιά σε καλύτερη πιάτσα. Κι είχε πληρώσει γερά για μία θέση. Έτσι, την έστηνε στα πάνω σκαλιά της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, προς την Ακρόπολη. Έβαζε την πλάτη του στο παρκάκι με τις ελιές, ώστε να μπορεί να ξεφεύγει από εκεί μέσα, όταν πλάκωνε η αστυνομία. Είχε την πραμάτεια του σε δυο χαρτόκουτα. Έστηνε το ένα επάνω στο άλλο και προσπαθούσε να πουλήσει: γυαλιά ηλίου, αναπτήρες, Σι Ντι, ρολόγια. Λίγο πριν σκοτεινιάσει, τα μάζευε. Οι τουρίστες πολλοί, μα ελάχιστοι αγοράζανε.
«Τέλει γκυαλί μαυλό γκια έλιο;… Πάλε γκυαλί, καλό γκυαλί!… Γκια μάτι σου. Τέλει; Τέλει λολόγκι; Σι Ντι τέλει;»
Άκουγε τι φωνή του κι ο ίδιος. Καταλάβαινε… Δεν ήταν σε θέση να διατυπώσει αυτό που ένιωθε αλλά το ένστικτό του του έλεγε πως η γλώσσα δεν είναι ένα πράγμα ανεξάρτητο από τις καταστάσεις.
Κι όλοι γύρω του, οδηγοί πούλμαν, φωτογράφοι, πλανόδιοι που πουλάγανε ζώνες, μαντήλια, λέγανε «Θου» «θέλει», «Γου» «Γυαλί», «Ρο», «μαύρο», «ρολόι»· κι αυτός δεν τα μπορούσε. Ήθελε να πει, «ήλιο» κι έλεγε «έλιο», με έναν γελοίο ήχο στο λάμδα, σαν το σύρσιμο του σάλιαγκα στην πέτρα. Δεν έστριβε η λαλιά του. Αλλιώς μιλάγανε οι ντόπιοι. Αλλιώς. Κι ο Τζιμπάχ αντιλαμβανότανε τη διαφορά από τους ήχους. Ήξερε πώς τον βλέπανε. Ήτανε και ο όγκος του, το μελαψό χρώμα του. Ένιωθε κάπως… Αλλά η γλώσσα, η γλώσσα ήταν που του έκοβε τα πόδια. Δεν του άρεσε που δεν μπορούσε να την μιλήσει όπως οι ντόπιοι, σωστά. Και κάτι τέτοια δεν τα επέτρεπε στον εαυτό του. Ή θα έκανε κάτι σωστά ή όχι.
Κι όμως ήξερε να μιλάει καλά. Από παιδί στο Ασουάν έμαθε αραβικά του Νείλου και τα άλλα, της Σαχάρας, συνεννοούνταν άνετα με Άραβες και Σουδανούς. Τα κατάφερνε αρκετά και με τα Σουαχίλι. Αυτές οι όμορφες γλώσσες ήταν η πατρίδα του κι όχι ετούτος εδώ ο τόπος, που του φαινόταν χωρίς αρχή και τέλος.   
Αλλά εκεί, στην Ακρόπολη, σιγά σιγά βουβάθηκε, κατάπιε τη γλώσσα του. Έρχονταν και οι ξεναγοί και λέγανε κάτι λέξεις, σαν κινέζικα του μοιάζανε: «αρχαίο πνεύμα αθάνατο…», έτσι λέγανε. Τα ’γραφε, αυτά τα λόγια, για λίγο η μνήμη του, τους ήχους, ρχ…, πν…, αθ…, κι αμέσως έφευγαν, όπως το νερό που κυλάει στο φτερό της πάπιας. Μια μέρα που είχε πλησιάσει πιο κοντά στο μνημείο, άκουσε κι εκείνο το: «εδώ είναι τα Προπύλαια του Μνησικλέους», πρ…, πλ…, μν..., σκλ… Τι άσχημη γλώσσα ήταν αυτή; Πώς μπορούν και τη μιλάνε άνθρωποι;»
Αλλά υπήρχαν και οι παλιοί μετανάστες, που ζούσανε πολλά χρόνια εδώ. Αυτοί που είχανε χάσει την πατρίδα που γεννήθηκαν αλλά τους απέμενε η μία, η μοναδική και η τελευταία…, η προφορά τους, το ιδιαίτερο χρώμα της ομιλίας τους. Ώρες ώρες ο Τζιμπάχ ένιωθε απόγνωση με τη γλώσσα που φώλιαζε στο στόμα του. Κάποιες στιγμές που περίμενε μες στο κατακαλόκαιρο τους τουρίστες κάτω από την Ακρόπολη και πύρωνε το πλακόστρωτο, ο τόπος όλος, ναρκωνόταν για λίγο, κολύμπαγε στη ζέστη. Όπως τότε που ήταν παιδί και βούταγε με το κεφάλι στα νερά του Νείλου. Γιατί κόρωνε το χώμα στο χωριό του, άνοιγε η γη. Πεθαίνανε οι άνθρωποι, σαν τις μύγες, από την ξηρασία. Και τότε φώναζαν τον μάγο βροχοποιό. Να πιάσει το κεφάλι του σφάγιου και με μια λεπίδα, ξυράφι, να του κόψει τα μάγουλα, να ξεριζώσει τη γλώσσα βαθιά απ’ το λαρύγγι και να τη ρίξει στη φωτιά, μαζί με τα μυστικά μαντζούνια της τέχνης του, για να έρθει η βροχή.
Απέμενε νεκρό, άλαλο στο θάνατό του το ζώο.
Και η βροχή σπάνια ερχόταν.
Με τα πολλά το πήρε απόφαση. Δεν ταίριαζε σ’ ετούτη την πιάτσα. Δεν του πήγαινε ούτε αυτή η δουλειά. Ποτέ δεν θα μπορούσε να την κάνει όπως έπρεπε. Χώρια το εμπόρευμα που το πλήρωνε χρυσό στον προμηθευτή, ακόμη κι όταν ήξερε ότι ήταν κλεμμένο. Πώς να τα βγάλει πέρα με 20 – 30 ευρώ, που κέρδιζε τη μέρα. Πώς θα ξεχρέωνε; Έπρεπε να βρει μια δουλειά που δε θα χρειαζόταν να μιλάει. Κι αυτή θα την έκανε σωστά.
Από την άλλη, έβλεπε τους άλλους έγχρωμους και τους λυπόταν. Στα φανάρια, με ένα σφουγγάρι για τα τζάμια των αυτοκινήτων, στις καφετέριες με τα πλαστά Σι Ντι, έξω από σταθμούς του μετρό και σε πλατείες με κάθε λογής πραμάτεια φτηνιάρικου ρουχισμού και άθλιων διακοσμητικών. Όλοι, κάτι ισχνά ανθρωπάκια από Ασία και Αφρική, ζούσαν όπως όπως, κουτσά στραβά. Συνεννοούνταν, πουλούσαν, πήγαιναν, έρχονταν σα σκιές μέσα στη πόλη. Οι περισσότεροι διακριτικοί, να μην ενοχλήσουν, να μην ακουστούν, αλαφροπατούσαν σαν τα πουλιά, έτοιμοι κάθε στιγμή να χτυπήσουν φτερό για αλλού. Όμως ο ίδιος δεν ήθελε να ζει έτσι. Γι’ αυτό και έφυγε από το Ασουάν. Γιατί κι εκεί, αν κάποια πράγματα γίνονταν σωστά…

Το δουλεμπορικό, ένα μότορσιπ από τη Λιβύη, τους είχε αφήσει ανατολικά από τον Λέντα, στη νότια Κρήτη. Με το που βγήκανε από το σαπιοκάραβο, τρέξανε στα φαράγγια, κρυφτήκανε για λίγες μέρες. Φαΐ τους πήγαινε ένας βοσκός που είχε το αυτόματο όπλο κρεμασμένο στη ζώνη του. «Μούγκα μαύρε», του ’λεγε, κι έφερνε το δάχτυλο στο στόμα. «Μούγκα, να φύγουν οι χωροφυλάκοι από γύρω. Σας ψάχνουν.» Κι ύστερα έβγαζε ένα κρητικό μαχαίρι, κοφτερό σα φαλτσέτα, τον κοίταζε σα να υπονοούσε κάτι, κι έκοβε τα καρβέλια, φέτα φέτα, για να φάνε οι καραβοτσακισμένοι. Τους έδωσε πιλάφι και τυρί. Όλα με το αζημίωτο.
Δέκα τέσσερα άτομα από Σουδάν, Ουγκάντα, Σενεγάλη. Δυόμισι χιλιάδες δολάρια το κεφάλι. Αυτά θα ήταν όλα κι όλα, τους είχαν πει. Αλλά δεν ήταν αυτά... Τίποτε δεν έγινε σωστά. Σε όλους πληρώσανε παραπάνω: καπετάνιο, δουλέμπορο, βοσκούς, και ξανά καπετάνιο, για το καΐκι που τους πήγε έξω από τα Βάτικα, στην Πελοπόννησο και από κει στο Λαύριο. Και στο τέλος είχαν τους οδηγούς φορτηγών. Πληρώνανε. Κι όταν δεν είχανε, πλήρωνε γι’ αυτούς ο Αμπντούλ, που τους παρέλαβε πακέτο από τον Λέντα. «Εγώ αναλαμβάνω», τους έλεγε, «και με μένα θα έχετε να κάνετε.»
Στην Αθήνα ο Αμπντούλ τού το ξεκαθάρισε. Χίλια πεντακόσια τα παραπανίσια, που υπολόγισε ότι του χρώσταγε από Κρήτη μέχρι εδώ, τετρακόσια το εξάμηνο για το κρεβάτι που κοιμόταν, πεντακόσια πενήντα το εμπόρευμα. Κι ακόμη, άλλα χίλια η προστασία, για να του δίνουνε χώρο στις πιάτσες οι Σουδανοί, οι Νιγηριανοί και οι άλλες φυλές που σφάζονταν μεταξύ τους, σύνολο τρεις χιλιάδες τετρακόσια πενήντα ευρώ για φέτος. Του χρόνου θα βλέπανε…
Αλλά με αυτά που έβγαζε, δεν του περίσσευε ευρώ. Κι έτσι όπως πήγαινε, ούτε σε δέκα χρόνια δε θα ξεχρέωνε. Κι αν δεν είχε να πληρώσει, ο Αμπντούλ, θα τον ‘‘έδινε’’ για απέλαση. Γιατί, κάθε λίγο και λιγάκι, κάρφωνε δυο τρεις στην αστυνομία, αφ’ ενός για να τα έχει καλά μαζί της και αφετέρου για να ξέρουν όλοι οι λαθρομετανάστες ποιος κάνει κουμάντο στην πιάτσα. Κι αυτό για τον Τζιμπάχ, δεν ήτανε σωστό.
Όμως, χρώσταγε, χρώσταγε, κι αυτό τον τρέλαινε, κινδύνευε να τον καρφώσουν, να τον απελάσουν· αυτό κυρίως! Έπρεπε να κάνει κάτι. Αμέσως! Ζήτησε βοήθεια απ’ τον Αμπντούλ· αυτός τον κράταγε... Κι εκείνος του είπε πως θα τον εξυπηρετούσε. Χάρη θα του έκανε. Θα του έβρισκε δουλειά που να του ταιριάζει.
Και του βρήκε. Στην Αγορά, και στην περιοχή πίσω από το Δημαρχείο της Αθήνας, Πλατεία Θεάτρου, Μενάνδρου, Σωκράτους, μέχρι Κουμουνδούρου. Είχε καλά λεφτά· άλλα την ημέρα και άλλα τη νύχτα. Από το πρωί στα τελάρα και όταν βράδιαζε στις δουλειές που στήνανε οι δύο Σουδανοί. Μ’ αυτούς θα ξεχρέωνε. Μ’ αυτούς, κανένας δεν θα τον έστελνε πίσω…

Ο καφετζής στράγγιξε το μπουκάλι της μπύρας και έβρισε την τύχη του. Οι φάροι των περιπολικών έριχναν κόκκινες και μπλε αντανακλάσεις στις απέναντι πολυκατοικίες. «Πού να κατέβω τώρα να πάρω δυο μπίρες ακόμη. Ώρες θα τριγυρνούν οι αστυνόμοι στους δρόμους. Μπορεί, αυτή τη στιγμή, να περνούν κι απ’ έξω από το μαγαζί. Εδώ θα τη βγάλουμε. Στεγνοί.»
Κι απότομα, σαν κάτι να σκεφτόταν από ώρα, γύρισε και κοίταξε τον Τζιμπάχ. «Για πες μου, ρε συ; Πώς… είναι; Ποτέ μου δεν έχω βρεθεί μπροστά… Να, όταν καθαρίζουν κάποιον. Πώς είναι; Τι νιώθεις;»
«Εγώ», είπε ο Τζιμπάχ, «το πήρα, σα να βρισκόμουνα αλλού. Σα να μην ήμουν εκεί. Εξάλλου, μακριά στεκόμουνα… Στην απέναντι γωνία. Κρατούσα εκείνον τον μπάσταρδο τον νταβατζή της. Μα όταν κατάλαβα ότι την τελειώσανε, κούραση ένιωσα. Λες και δούλευα στα τελάρα δεκάωρο. Αλλά ήμουν και ξαλαφρωμένος. Είχε σηκώσει κεφάλι η σκύλα.
»Από τη μέρα που τη ‘‘σβέρκωσε’’ ο μπάτσος, κάθε φορά που ερχόταν να τη δει, κι αυτό γινόταν συχνά, έπεφτε πανικός στη πιάτσα. Πάγωναν οι δουλειές. Κουβάλαγε μαζί του και περιπολικά· δήθεν για έλεγχο.
»Οι Σουδανοί λέγανε πως, κόντευαν να χάσουν τα πάντα. Δεν μπορούσανε να βγουν ούτε καν για ‘‘άρμεγμα’’. Γιατί, οι γυναίκες βρήσκαν ευκαιρία να κρύψουν τα λεφτά ή να τα πασάρουν αλλού, μόνο για πάρτη τους.»
«Έχεις δίκιο φίλε», είπε ο καφετζής, «τη δουλειά τους κάνανε οι δύο, κι εσύ τη δικιά σου –μια καθαρή δουλειά», και κοίταγε τον Τζιμπάχ που έδειχνε ξεκομμένος, κουρασμένος μα και ικανοποιημένος κιόλας.
Για μια στιγμή το κόκκινο φως του Νέον τού θάμπωσε τα μάτια. Και τότε ρώτησε: «Ήταν, όμως, κούκλα, σε είχε ‘‘πάρει’’ ποτέ;»
«Ποτέ, η ρουφιάνα», είπε, ο Τζιμπάχ. «Μεγαλοπιανότανε. Με το που την ρίξανε στη πιάτσα, σήκωσε κεφάλι. Ήξερε πως ήταν όμορφη. Τις έχεις δει τις άλλες; Πώς είναι; Αυτή μόνο με τους ‘‘ματσό’’ πήγαινε. Αλλά, από τη μέρα που έμπλεξε με τον μπάτσο χάλασε τελείως. Λέγανε πως της τά ’παιρνε όλα και διαρκώς της ζήταγε περισσότερα. Αυτός της ανέβαζε και την ταρίφα.»
«Αχόρταγος κόσμος, φίλε», είπε ο καφετζής, «αχόρταγος, όσα και να βγάζει δε μπουκώνει…»
Ο Τζιμπάχ, συνέχισε σα να μη τον άκουσε:
«Μόνο όταν την είδα κάτω, πίστεψα πως θα ξαναστρώσουν οι δουλειές. Κι όχι τίποτε άλλο…, μόλις είχα αρχίσει να βγάζω καλά λεφτά με τους Σουδανούς· να ξεχρεώνω, λίγο λίγο, ήρθε η ηλίθια και τα χάλασε όλα. Όχι, το καταλαβαίνεις; Μας έβαλε στις τσέπες μας, συνέταιρο, την αστυνομία. Άσε που όταν έρχονταν αυτοί φεύγαμε εμείς, από δρόμους και στενά. Όχι πες μου είναι σωστό να κάνει τον νταβατζή ο αστυνόμος; Είναι σωστό που αμέσως μετά τα έφτιαξε μ’ αυτόν τον Αλβανό;»
Ο καφετζής σήκωσε το άδειο μπουκάλι και ρούφηξε μια φανταστική σταγόνα μπύρα. Τα μάτια του τρωκτικού είχαν πεταχτεί και πάλι έξω από την ποντικότρυπα:
«Θα μου πεις τελικά, πώς ακριβώς έγινε…; Αλλά, λέμε, ακριβώς...»
Ο Τζιμπάχ τον κοίταξε σα να έψαχνε με δυσκολία μέσα στις σκέψεις του. Λίγο ήθελε να γλιστρήσει σ’ εκείνο τον τόπο του μυαλού του, όπου όλα ήταν θολά από θυμό από μανία, ούτε κι ο ίδιος ήξερε από τι... Αμέσως όμως συνήλθε. Κάτι τον κέντριζε. Κάτι τον ενοχλούσε. Μια λεπτομέρεια… Και την είχε βρει. Ήξερε…
«Τι να σου πω», είπε στον καφετζή, «δεν έγινε όπως έπρεπε…»
Ο Αιγύπτιος έδειχνε να τρελαίνεται: «Πάλι τα ίδια άρχισες; Πας καλά; Τι ‘‘δεν’’ έγινε;»
Ο Τζιμπάχ του ’ριξε, μια περιφρονητική ματιά: «Θυμάσαι που σου είπα πως την τράβαγαν από την καμπαρτίνα που τους έμεινε στα χέρια; Ε, τότε, ξέφυγε η μαύρη και με τη φόρα που είχε έπεσε και χτύπησε –ακούστηκε το κεφάλι της, ξερά– με δύναμη στη κώχη του πεζοδρομίου. Κι έμεινε εκεί. Στον τόπο. Μπορεί τότε και να πέθανε. Γιατί, όταν πήγαν να την σηκώσουν όρθια, δεν έκανε την παραμικρή κίνηση, δε σπαρτάραγε, τίποτε, τίποτε... Μάλλον τη σφάξανε πεθαμένη.»
Ο καφετζής εξακολουθούσε να μην καταλαβαίνει: «Ε, και;», πετάχτηκε, «το ίδιο δε κάνει;…»
Στα δευτερόλεπτα που έσβησε το φως του Νέον βυθίστηκαν και οι δύο στη σκιά.
Με την πρώτη κόκκινη αναλαμπή, το πρόσωπο του Τζιμπάχ, έδειχνε δυο φορές πιο νευριασμένο:
«Όχι, ρε φίλε», είπε, «δεν κάνει το ίδιο. Καθόλου δεν είναι το ίδιο. Κάθε πράγμα πρέπει να γίνεται σωστά!
»Της άξιζε αυτό που έπαθε, αλλά δεν το ένιωσε.
»Καταλαβαίνεις;
»Δεν το ένιωσε!»